Τα επεισοδιακά δρώμενα παράτολμων και επικίνδυνων «παιχνιδιών», βίαιων συμπεριφορών, εμπαθών αντεκδικήσεων και επιθετικών συμπλοκών μεταξύ συμμαθητών είτε μαθητικών ομάδων σε σχολεία των πόλεων και της υπαίθρου μας δεν είναι μόνο σημερινά. Αν και, ομολογουμένως, ετύγχαναν μηδενικής ή σποραδικής προβολής από τις τηλεοπτικές εικόνες και τις σχολιογραφίες των εφημερίδων, είναι και χτεσινά και παλαιότερα, καθώς εξ ιδίας πείρας η γράφουσα το υπενθυμίζει.

Η επιδημική συχνότητα, ωστόσο, της εμφάνισής τους και οι επιπτωσιακές διαστάσεις των συγκλονιστικών συνεπειών και των οδυνηρών τους προεκτάσεων, ήτοι η πρόκληση έως θανάσιμων, ενίοτε, τραυματισμών με τα συνεπακόλουθα ψυχικά τραύματα, δεν μας θλίβουν, απλώς, αλλά και εις βάθος πρέπει επειγόντως να μας προβληματίσουν. Προτού είναι αργά, θρηνώντας θύματα, προέχει εδώ και τώρα η προμηθεϊκή συναντίληψη: με την αφύπνιση από τον λήθαργο του εφησυχασμού η ανάληψη από όλους τους εμπλεκομένους έμπρακτης συνευθύνης, που επιτάσσει την προσωπική και συλλογική συνείδηση μιας αποτελεσματικής συστράτευσης.

Αν η κρίσιμη ηλικία της εφηβείας είναι εκ φύσεως και λόγω ατομικής ιδιοσυγκρασίας παρορμητικά επαναστατική με εκρηκτικές αψίθυμες είτε αμφίθυμες διαθέσεις, σε ποιο βαθμό δικαιολογείται η τόση ένταση θυμού κατά συνομηλίκων αντιπάλων και η έκταση οιονεί πολεμικών ή τρομοκρατικών ενεργειών εναντίον άσπονδων φίλων στο πεδίο συγκρουσιακών αναμετρήσεων;

Γιατί, προφανώς, τα «οργισμένα νιάτα» δεν υποδύονται τους μεταπολεμικούς ήρωες του θεατρικού έργου του Όσμπορν, αλλά κατά το παροιμιώδες σχήμα «τα παιδία παίζει» ή μάλλον εμπαίζει, για να αφηρωιστούν με τους σκληρότερους όρους του παιγνιδιού: τις μακιαβελικές στρατηγικές του σχολικού εκφοβισμού και εκβιασμού, της ανενδοίαστης, απρόκλητης ως επί το πλείστον, επιθετικότητας και της ασύστολης σωματικής, λεκτικής, ψυχολογικής και ηλεκτρονικής βίας. Μήπως, όμως, εν τέλει, τους κανόνες του παιχνιδιού επιβάλλουν κάποιοι άλλοι, εμπαίζοντάς τους με δελεαστικές πλην επισφαλείς και ολέθριες παιδιές;

Ποια θέση έχει, κατ’ αρχήν, ο «homo homini lupus» («ο άνθρωπος είναι λύκος απέναντι στον συνάνθρωπό του»), στο σχολείο, που δεν είναι ζούγκλα και εκτροφείο θηρίων, αλλά απεναντίας οφείλει, πρωτίστως, να αποδεικνύεται εκπαιδευτήριο ανθρωποπλαστικής παιδαγωγίας; Και μέχρι ποιου σημείου η σχολική μονάδα της μαζικής εκπαίδευσης και της πολυπολιτισμικότητας του μαθητικού της πληθυσμού μπορεί να ασκήσει διαδραστικό παιδαγωγικό ρόλο καταστολής και ιδίως πρόληψης τέτοιων φαινομένων; Με ποια μέσα και μέτρα, πολύτροπους και ευέλικτους χειρισμούς δύναται να αναχαιτίσει, τουλάχιστον να περιορίσει σε ελεγχόμενα πλαίσια την αύξουσα γεωμετρική τους πρόοδο, κατ’ ακριβολογία, την καλπάζουσα παρακμιακή οπισθοδρόμηση ενός «μετανεωτερικού» πρωτογονισμού;

Περίπλοκο, πολυεδρικό και πολυπαραγοντικό το πρόβλημα, καθώς θα αποφαίνονταν παιδαγωγοί και άλλοι θεωρητικοί συναφών επιστημών και όπως ο καθείς εμπειρικά αντιλαμβάνεται η αντιμετώπισή του είναι μια εν ου παικτοίς δύσκολη υπόθεση. Προπάντων στις αντίξοες μέρες και στους άγριους καιρούς μας. Έστω και αν το αρμόδιο Υπουργείο επισπεύδει την εφαρμογή των σχετικών μεταρρυθμιστικών εξαγγελιών μέσα από εκσυγχρονισμένες δομές και καλές πρακτικές, πρωτοποριακά προγράμματα, ευφάνταστες δράσεις, στοχευμένα σεμινάρια επιμόρφωσης για τους διδάσκοντες και, πλην των συμβούλων αγωγής, ειδικό επί τόπου προσωπικό εκπαιδευτικών ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, είναι κατανοητό ότι τα θαύματα δεν επιτελούνται από τη μια στιγμή στην άλλη.

Για την αλλαγή, εντούτοις, του σκηνικού στην όχι κατ’ όνομα σχολική κοινότητα, αλλά σε ένα πραγματικό κοινοτικό πνεύμα αρμονικής συνεργασίας και ένα άρρηκτο πλέγμα δημιουργικής συνύπαρξης διδασκόντων και διδασκομένων, ο κατά συνεκδοχήν μέντορας σκηνοθέτης παραμένει ο αναντικατάστατος δάσκαλος. Ο αφοσιωμένος δάσκαλος και ο εμπνευσμένος παιδαγωγός, που δεν αρκείται μόνο στη μεθοδική παροχή γνώσεων και στην εμπέδωση της ύλης του διδακτικού του αντικειμένου, αλλά και μετουσιώνοντας την παιδαγωγική του κατάρτιση σε πράξη ολόπλευρης προσφοράς προς τους μαθητές του, αναδεικνύεται πρότυπο παραδειγματικής μίμησης ανθρώπου προς τον συνάνθρωπο.

Με Αριστοτελική πειθώ αξιόπιστων επιχειρημάτων, την καλλιέργεια συναισθηματικής νοημοσύνης και την επίκληση της ενσυναίσθησης, αλλά κυρίως με αίσθημα δικαιοσύνης και αδαπάνητης αγάπης για όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές του φωτίζει τον νου της κριτικής τους ικανότητας, συνδαυλίζοντας ταυτόχρονα την πύρινη φλόγα της καρδιάς τους.

Έτσι, όσο κι αν ακούγεται γραφικά ρομαντικό, επαγρυπνώντας πάντα δίπλα τους μέσα και έξω από την τάξη και όχι με άνευρες διδασκαλίες και τυπικές εφημερίες διαλειμμάτων, αγωνίζεται και φυλάγει το σημαντικότερο οχυρό των Θερμοπυλών της πατρίδας του. Τους δικούς του μαθητές και αυριανούς δημοκρατικούς πολίτες, που τους καθοδηγεί διακριτικά να μετατρέπουν διαπληκτισμούς, έριδες, διαμάχες και αψιμαχίες σε Εμπεδόκλεια φιλότητα και σε χριστιανική αγαπητική σχέση στο επίπεδο της διαλογικής επίλυσης διαφορών και της ανθρώπινης συμφιλίωσης ανάμεσα στις εφηβικές ψυχές, από τις πιο ευάγωγες ώς τις πλέον δυσάγωγες.

Την εξ υπαρχής, ωστόσο, πορεία των παιδιών προς το σχολείο από τα πρώτα τους βήματα καθορίζουν οι γονείς και συμπαιδαγωγοί των δασκάλων. Οι θεμελιωτές της διαμόρφωσης χαρακτήρων. Φτάνει να συνειδητοποιήσουν ότι ο πρωταγωνιστικός γονικός ρόλος είναι εν ου παικτοίς, κατά τη φράση του θεόπνευστου παιδαγωγού, Ιερού Χρυσοστόμου, ο οποίος, υπογραμμίζοντας ότι η αγωγή αποτελεί το δυσκολότερο έργο, πατρικά τους παροτρύνει: «Δεν διαμορφώνεις χρυσά σκεύη, αλλά την ψυχή, που είναι πολυτιμότερη από οποιοδήποτε χρυσό σκεύος, όπως ακριβώς ο χαλκουργός το σκεύος».

Ειδικότερα τη σημερινή εποχή του διαδικτύου, των ηλεκτρονικών παιγνιδιών και της εικονικής πραγματικότητας, που αποξενώνουν τους νέους από την αληθινή κοινωνία των συνανθρώπων, αλλοτριώνοντας τον ψυχοδιανοητικό και συναισθηματικό τους κόσμο. Μοναδική ασπίδα προστασίας η ιερή συμμαχία οικογένειας, σχολείου, Εκκλησίας και Πολιτείας.