Αν τα τρέχοντα περιφερειακά ή παγκόσμια γεγονότα και δη τα δικά μας επί σκηνής φλέγοντα δρώμενα ως προς την επικείμενη ή κατ’ άλλους την αμφιλεγόμενη λύση του Κυπριακού μεγεθύνονται από τον φακό της επικαιρότητας, οι εθνικές επέτειοι δεν χρειάζονται προβολείς ημερομηνιακής υπόμνησης και περιστασιακών επισημάνσεων στο αρχείο των απαράγραπτων καταγραφών. Γιατί είναι τα φωτεινά ορόσημα της απανταχού και εσαεί μνήμης, που σηματοδοτούν την κορυφαία στιγμή της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, όπως και τη συνακόλουθη μεγάλη ώρα της ανθρωπότητας στις κρίσιμες καμπές της υπαρξιακής της συνέχειας.
Έτσι, η αυγή της 28ης Οκτωβρίου του 1940, διαλύοντας το σκοτάδι της πολεμοχαρούς επιδρομικής βίας και αφυπνίζοντας τις συνειδήσεις από το έρεβος του φασισμού, αντιτάσσει στο θρασύδειλο ξίφος των νεορωμαϊκών λεγεώνων την «κόψη του σπαθιού την τρομερή».
Όχι μόνο στ’ όνομα της ελληνικής ελευθερίας, που υμνήθηκε από τον εθνικό μας Ποιητή, αλλά και της μελλοντικής απελευθέρωσης του κόσμου στην κατακτητική προέλαση των χιτλεροναζιστικών στρατιών και των σιδερόφρακτων δυνάμεων του Άξονος. Όταν οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης είχαν γονατίσει μπροστά στις απειλές του, η Ελλάδα, πρόμαχος ενός ελεύθερου δημοκρατικού πνεύματος, όφειλε με σθεναρή ομοψυχία όχι μόνο να υπερασπιστεί την εδαφική της ακεραιότητα, αλλά να αποδειχθεί συνάμα προφυλακή των πανάρχαιων Θερμοπυλών της για την κατοπινή κατάκτηση της νίκης από τους Συμμάχους.
Στο απρόκλητο ιταμό τελεσίγραφο, επομένως, του Μουσολίνι δεν άρμοζε άλλη απάντηση από το στεντόρειο ΟΧΙ του ελληνικού λαού, που του διαμηνούσε το Ομηρικό πρόσταγμα: «Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης». Ένας οιωνός, άλλωστε, που κόμιζε στα φτερά του την αγέραστη ορμήνεια του Μακρυγιάννη: «…Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν· κι όταν κάνουν αυτείνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν. [...] και θα ιδούμεν την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς».
Αυτοί οι ολίγοι και οι αδύνατοι, που χωρίς αριθμητικούς όρους υπολογίζονταν πολλοί και δυνατοί με το μέτρο της ανδρείας, της αρετής και της τόλμης, φορώντας το χακί της σύσσωμης επιστράτευσης και το χαμόγελο στα χείλη της ακάθεκτης ετοιμότητας. Ήταν όλοι εκείνοι οι συνοδοιπόροι της Ελυτικής «Πορείας προς το μέτωπο», που «λάβανε τη διαταγή να κινήσουν πάλι μπροστά», ανακαλώντας στις ιαχές «αέρας» την ορμή των Μαραθωνομάχων και των ένδοξων Ιερολοχιτών, των αθάνατων παλληκαριών του ’21 και των αγέρωχων Μακεδονομάχων.
Το αντιστασιακό προγονικό φρόνημα, σύμφυτο της ελληνικής ιθαγένειας και της Ιστορίας της, όπως το εξεικονίζει ο Σβορώνος, τούς υπαγόρευε να μνημειώσουν γι’ ακόμη μια φορά το αγωνιστικό χρέος ενάντια στο πολεμικό μένος της εχθρικής επιβουλής κατά της πατρίδας. Εξακτινώνοντας από τις χρυσές μαρμαρυγές των χιονοσκέπαστων κορυφογραμμών της Πίνδου και των αλβανικών βουνών το θρυλικό έπος του ’40, τα απαράμιλλα ηρωικά κατορθώματα των πολεμιστών του δόνησαν τις ψυχές απ’ άκρη σ’ άκρη και τις φωνητικές χορδές του θαυμασμού μεγάλων ηγετών:
«Εις την Ελλάδα παρεσχέθη την 28ην Οκτωβρίου 1940 χρόνος τριών ωρών διά ν’ αποφασίσει πόλεμον ή ειρήνην, αλλά και τριών ημερών ή τριών εβδομάδων ή και τριών ετών προθεσμία να παρείχετο, η απάντησις θα ήτο η ίδια», είχε αποφανθεί ο Ρούσβελτ.
Σ’ ένα τέτοιο εθνεγερτήριο δεν θα έμενε, ασφαλώς, απαθής και αμέτοχος ο χιλιοκατακτημένος, πλην αδούλωτος, Κυπριακός Ελληνισμός. Ο προαιώνιος πόθος της Ένωσης και η χρονική συγκυρία των Οκτωβριανών της Εξέγερσης του ’31 ήχησε ως προανάκρουσμα ενός πάνδημου λαϊκού ξεσηκωμού. Ενδεικτικό του κλίματος των ημερών το απόσπασμα από τον «Νέο Κυπριακό Φύλακα»:
«Η Λευκωσία πλέει από χθες σε κυανόλευκο πέλαγος. Μετά από εννέα έτη και μια βδομάδα ατενίσαμε με δάκρυα στα μάτια το θέαμα αυτό…Ο Λεόντιος παρευρέθηκε στη Λάρνακα, η οποία ουδέποτε θυμάται τόσο μεγάλη συγκέντρωση… Ακολούθως ο Λεόντιος πήγε στη Λεμεσό. Όταν έγινε γνωστό ότι θα έφτανε στο Γυμναστήριο Λεμεσού, πλήθος κόσμου κατέκλυσε τον χώρο. Όταν έφθασε ο Τοποτηρητής, η ορχήστρα ανέκρουσε τον ελληνικό ύμνο. Το πλήθος ζητωκραύγαζε: “Ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η Αγγλία, ζήτω η νίκη”.
Στη νέα του ομιλία ο Λεόντιος είπε: “Όσοι δύνανται πρέπει να προσφέρωσι το αίμα των και οι άλλοι το χρήμα των… Χωρίς Αγγλίαν και χωρίς Ελλάδα ο κόσμος δεν αξίζει. Τώρα δεν έχομεν να λύσωμεν άλλα ζητήματα. Όλα θα τα λύση η κοινή νίκη”». Εξάλλου, σε εγκύκλιό του ο Λεόντιος, ηγετική φυσιογνωμία του Ενωτικού Αγώνος και της Νεότερης Ιστορίας της Κύπρου, παρότρυνε τον έρανο χρυσών κοσμημάτων και αρραβώνων με συμβολική ανταλλαγή το «αργυρούν δακτυλίδιον», που απεικόνιζε το βασιλικό στέμμα και την επιγραφή «Εθνικός Αγών 1940».
Κάτω από τους πύρινους, προσέτι, λόγους του φλογερού Ιεράρχη κατά εκατοντάδες στρατολογούνταν οι Κύπριοι εθελοντές όχι μόνο στο Κυπριακό Σύνταγμα, αλλά και στον ελληνικό στρατό, για να συναντήσουν μ’ ένα παραλήρημα ενθουσιασμού τους αδελφούς πολεμιστές συνέλληνες και τους νέους Ιερολοχίτες συμπατριώτες τους φοιτητές. Τρανός ο απολογισμός σε αριθμούς, κατ’ αναλογία πληθυσμού, των Κυπρίων εθελοντών, που πολέμησαν στο βορειοηπειρωτικό μέτωπο και πολλοί έπεσαν στα πεδία των μαχών στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, για να υπερασπιστούν τα δίκαια της ανθρωπότητας. Παρ' όλη τη διάψευση των ελπίδων και τη ματαίωση της θυσίας τους από «τους φίλους του άλλου πολέμου», κατά τον Σεφέρη. Τα εύσημα, ωστόσο, του επικού τους ηρωισμού σφράγισαν με τιμή και δόξα το Έπος του ’40.




