Έστω και αν σπεύδεις να συμφωνήσεις ή να διαφωνήσεις με το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας υπό το κράτος όσων διθυραμβικά το εγκωμιάζουν και άλλων τόσων που επικριτικά το αποδοκιμάζουν, δεν μπορείς παρά να μη σκέφτεσαι και να προβληματίζεσαι, υπερβαίνοντας τις όποιες εξάρσεις αμετροέπειας, άκριτες προκαταλήψεις είτε απλώς τις ευχάριστες έως δυσάρεστες εκπλήξεις· μολονότι, καμιά ανατρεπτική ή σουρεαλιστική έκπληξη, που επιφυλάσσεται από την επιτροπή των «σοφών» της Σουηδικής Ακαδημίας δεν είναι πλέον απρόβλεπτη. Τα γεγονότα το επιβεβαιώνουν, εφόσον, πλην της κατά καιρούς δικαίωσης των ευλόγως αναμενόμενων, καταγράφουν αμφιλεγόμενες ή μη βραβεύσεις μεγάλου μεγέθους λογοτεχνών, αντάξιων της ύψιστης αυτής διεθνούς αναγνώρισης, που απαριθμεί 113 απονομές στα 115 χρόνια της ιστορίας της.

Αρχής γενομένης με την εναρκτήρια επιβράβευση το 1901 του παρνασσιστή ποιητή Προυντόμ, παρακάμπτοντας τις προδρομικές υποψηφιότητες των Ζολά και Τολστόι, το μυθιστορηματικό έργο των οποίων δεν σημάδεψε μόνο την κοινωνική αναμόρφωση της εποχής τους, αλλά και άσκησε γόνιμη επίδραση στην παγκόσμια Λογοτεχνία.

Σε αντίθεση με τον πρώτο Νομπελίστα και άλλους μετέπειτα «δαφνοστεφείς», που τις δάφνες τους μάρανε η λήθη του πανδαμάτορος, η μνήμη της εύφημης καταξίωσης αποθησαυρίζει τη λογοτεχνική σφραγίδα πολλών αβράβευτων με συγγραφικές περγαμηνές. Ενδεικτικά, πλην των δύο προαναφερθέντων, τι μας θυμίζουν οι επωνυμίες των Ίψεν, Τσέχωφ, Μπρεχτ, Κόνραντ, Κάφκα, Προυστ, Όργουελ, Γουλφ, Τζόυς, Πεσόα, Ναμπόκοφ, Μαγιακόφσκι, Λόρκα, Μπόρχες, Έκο, Κούντερα, Ροθ, Ντελίλο και τόσων άλλων; Ενώ από τους επιφανείς, μη Νομπελίστες Έλληνες, ο Καβάφης και ο Καζαντζάκης, μεταφρασμένοι σε εκατοντάδες γλώσσες, για να διαβάζονται και να διδάσκονται παντού, συνιστούν διαχρονικώς οικουμενικά ορόσημα της αληθινής ποίησης και της πρωτοποριακής πεζογραφίας.

Ας σημειωθεί, παρεμπιπτόντως, ότι ούτε τη μια ούτε την άλλη λογοτεχνική ταξινομία δεν εκπροσωπούν ο Μόμσεν και ο Τσώρτσιλ, συγγράφοντας ο πρώτος «Μια Ιστορία της Ρώμης» και «Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου» ο δεύτερος. Όσο κι αν κρίθηκαν αριστοτεχνικά και μνημειώδη τα έργα τους, μπορούσαν να τιμηθούν με Νόμπελ Λογοτεχνίας; Εκτός εάν σε αναδρομικό προανάκρουσμα στα παροντικά δρώμενα και εκτός εάν από τότε ίσχυε το «πολιτικώς ορθό», είχε υποχωρήσει η Λογοτεχνία μπροστά στο βάρος ιστοριογράφων πολιτικών, παραβιάζοντας με πρωτεϊκούς μετασχηματισμούς τα ειδολογικά της όρια.

Ωστόσο, πέραν του λογοτεχνικού πεδίου, ανασύρονται αρκετά ηχηρά παραδείγματα, που ακυρώνουν μέχρι γελοιοποίησης το κύρος του θεσμού με πιο κραυγαλέο το Νόμπελ Ειρήνης στον πολεμοχαρή Κίσινγκερ, προκαλώντας την παραίτηση δύο μελών της Επιτροπής σε ένδειξη διαμαρτυρίας και τη δική μας κατοπινή αγανάκτηση για τον εγκέφαλο της τουρκικής εισβολής. Στον αντίποδα, η εμβληματική φυσιογνωμία του φιλειρηνιστή Μαχάτμα Γκάντι, που πεντάκις υποψήφιος, δεν έλαβε ποτέ το βραβείο, για να επισημανθεί το 2006 από μέλος της Επιτροπής ότι υπήρξε η μεγαλύτερη παράλειψη στα χρονικά του θεσμού.

Διερωτάται κανείς: άραγε, στο εγγύς ή απώτερο μέλλον θα γίνουν παρόμοιες αποτιμήσεις για εξόφθαλμες παραλείψεις και στον χώρο της Λογοτεχνίας; Προσώρας, η Σουηδική Ακαδημία διαπνέεται από «στερρές» πεποιθήσεις για τη βράβευση του Μπομπ Ντίλαν, αιτιολογώντας το σκεπτικό της απόφασής της: «Με το έργο του δημιούργησε νέες ποιητικές εκφράσεις στο πλαίσιο της σπουδαίας παράδοσης του αμερικανικού τραγουδιού».

Ίσως, «The times they are a changin», καθώς, παραπέμποντας σε τραγούδι του Ντίλαν, σχολίασε η μόνιμη γραμματέας της Ακαδημίας, για να επικαλεστεί στη συνέχεια, μέσα από μιαν προσπάθεια πειθούς, αδιαμφισβήτητα, κατά τη γνώμη της, πλην αντιφατικά και επισφαλή επιχειρήματα: «Είναι ένας μεγάλος ποιητής. Ένας σπουδαίος αγγλόφωνος ποιητής.[…]. Η επιλογή του Μπομπ Ντίλαν μπορεί να φαίνεται περίεργη. Όμως, αν κοιτάξετε πίσω στην ιστορία, 5.000 χρόνια πριν, ο Όμηρος και η Σαπφώ έγραφαν ποιητικά κείμενα, για να τραγουδηθούν. Εξακολουθούμε να διαβάζουμε Όμηρο και Σαπφώ. Μπορούμε και πρέπει να συνεχίζουμε να διαβάζουμε Μπομπ Ντίλαν».

Πώς, κατ’ αρχήν, «οι καιροί αλλάζουν», ενώ η κυρία Ντάνιους, παραληρώντας με τα «lyrics» του Ντίλαν σε ατυχείς υπερβολές αναλογίας ή δυσανάλογους συσχετισμούς, προτρέπει την επιστροφή στην αρχαϊκή και επική ποίηση χωρίς, ασφαλώς, αοιδούς; Ουδείς αντιλέγει, ειδικότερα εμείς οι παλαιότεροι νοσταλγοί των τραγουδιών του, ότι ο τωρινός Νομπελίστας είναι ένας εμπνευσμένος τροβαδούρος και μεγαλοφυής τραγουδοποιός των Μπιτ και ροκ γενιών, που τις συνέπαιρνε με μπαλάντες υπερσυναισθηματικής έκλυσης, επενδύοντας με ξεχωριστούς ρυθμούς τους επαναστατικούς κοινωνικοπολιτικούς του στίχους.

Κατά τον ομότεχνό του Λέοναρντ Κοέν, βραβεύοντάς τον με την ανώτατη διάκριση, «είναι σαν να καρφιτσώνεις ένα παράσημο στην κορυφή του Έβερεστ…»· παρασημοφορία, κατά μιαν ερμηνεία, της κορυφαίας στρατευμένης τραγουδοποιίας του, προορισμένης ν’ ακούγεται από πλατύ ακροατήριο παρά να διαβάζεται από ελάχιστους. Είναι όμως ποίηση με τις συντεταγμένες του βάθους και του ύψους της η στιχουργία, που δίχως μελοποίηση δεν θα απηχούσε την ίδια νοηματική και συγκινησιακή φόρτιση;

Ανεβαίνοντας μουσικές σκάλες με φυσαρμόνικα και κιθάρα φτάνεις στο Έβερεστ, αλλά στην Καβαφική «πολύ υψηλή της Ποιήσεως[τ]η σκάλα»; Η δημοφιλία, εξάλλου, είναι πρόκριμα της ποιοτικής λογοτεχνικής δημιουργίας στα διακριτά της είδη; Αν, επομένως, ο Ντίλαν νομιμοποιείται κληρονόμος του Τέννυσον, είναι δυνατόν να γίνει Ουγκώ, Ουίτμαν, Γιτς, Έλιοτ ή Ελύτης, τοσούτω μάλλον ένας «σύγχρονος Όμηρος»;

Το ζήτημα, εντούτοις, δεν αφορά στον Ντίλαν, αλλά στο κρίσιμο ερώτημα: Νόμπελ για «Λογοτεχνία» παντός καλλιτεχνικού χυλού κατά πού «φυσά ο άνεμος» ή Λογοτεχνία «με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών» για ένα Νόμπελ αξιόπιστων κριτηρίων;