Είναι με δέος κατανυκτικής φόρτισης, που καταδύεσαι μέσα στους στίχους των εγκωμιαστικών ωδών προς τους ένδοξους μαχητές της ΕΟΚΑ, καθώς και μέσα στις στροφές των διθυραμβικών ύμνων προς τους θρυλικούς ήρωες της λαμπρής Εποποιίας του 1955-1959. Για ν’ αναδυθείς αναβαφτισμένος με τα νάματα των εθνικών τους ιδανικών και τη θεία μετάληψη της ιερής τους πίστης στην Πλατωνική παρακαταθήκη: «Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστίν η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον…».

Αν ο Θάσος Σοφοκλέους κλίνει ευλαβικά το γόνυ μπροστά στον βωμό της θυσίας και το ύψος της απαράμιλλης γενναιότητάς τους, είναι που δεν έπαψε από τότε ν’ αφουγκράζεται τη Σωκρατική υπόμνηση, μετουσιωμένη στους παλμούς του Όρκου της ΕΟΚΑ. Ζωντανή η ηχώ του εγερτήριου σαλπίσματος από τη φοιτητική αγωνιστική του δράση έως την ένοπλη ανδρεία της αρετής και της τόλμης του στα λημέρια του αντάρτη και τα κρησφύγετα του Τομεάρχη μέχρι τη σημερινή αφειδώλευτη προσφορά του από τις επάλξεις του Προέδρου του Συνδέσμου Αγωνιστών για τη διαιώνιση άσβεστης της μνήμης του Αγώνα και των «Κυπρομάχων» υπερασπιστών του.

Καταθέτοντάς τους ως ελάχιστο ανάθημα ευγνώμονης ευχαριστίας τα ποιήματα της ψυχής του, μας εμπνέει πολλαπλάσιο το ανεξόφλητο χρέος. Γιατί ένας τιμημένος αγωνιστής και επιζών συναγωνιστής τους των κορφοβουνιών και των χαρακωμάτων, της αγχόνης και των Φυλακισμένων Μνημάτων έρχεται να μας χαρίσει με την παρούσα του έκδοση ό,τι πολυτιμότερο της ζωής και των βιωμάτων του: τις ανατάσεις και τις μεταρσιώσεις του έως το πάνθεον της αθανασίας των συμπολεμιστών του, καθιστώντας μας κοινωνούς των περήφανων κραδασμών, αλλά και των ελεγειακών στόνων ενός ατελεύτητου σπαραγμού: την αδικαίωτη έκβαση του δίκαιου αγώνα τους κατά του αγγλικού αποικιακού ζυγού και υπέρ του ανεκπλήρωτου Ενωτικού τους οράματος.

Σκοπίμως μακρά η εισαγωγή στην άρτι εκδοθείσα ποιητική συλλογή του Θάσου Σοφοκλέους, εμπνευσμένη από όσα ενδεικτικώς περιεκτικά προαναφέρθηκαν. Για τούτο, και δεν θα μπορούσε να έχει άλλον ευστοχότερο τίτλο από αυτόν που επιστεγάζει τον εμβληματικό δικό του πίνακα στο εξώφυλλο:

«Κυπρομάχοι», ως ιστορική ακατάλυτη συνέχεια των Σαλαμινομάχων και Θερμοπυλομάχων, από τους μικρούς μαθητές ίσαμε τους μεγαλύτερους νέους, που με συνεκδοχική σημειολογία ιστορεί ζωγραφικά να αναγράφουν σε δρόμους και σε τοίχους τα συνθήματα του πατριωτικού Αγώνα και του γαλανού τους πόθου: «ΕΟΚΑ», «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», «ΕΝΩΣΗ».

Στα 65 ολιγόστιχα ή εκτενέστερα ποιήματα, που κατανέμονται στις 70 σελίδες της συλλογής, τα τέσσερα πρώτα λειτουργούν με τους εύληπτους συμβολισμούς τους ως προϊδεαστική εισαγωγή στα ηρωικά δρώμενα των πρωταγωνιστών τους, που αναπαριστώνται με ζωηρές περιγραφές υποβλητικής εικονοπλασίας στα αντίστοιχα ποιήματα. Συγκινητικά αξιοπρόσεκτο το πρώτο, που δημοσιεύτηκε το 1952 στη «Μαθητική Εστία» του Παγκυπρίου Γυμνασίου, φανερώνοντας από τα θρανία το χάρισμα της ποιητικής του φλέβας.

Εμπνευσμένο, προφανώς, από τη μαθητική εκδρομή στην «Αθήνα», συμπυκνώνει κάτω από τον ομώνυμο τίτλο τον θαυμασμό των λυρικών του χορδών για το κλεινόν άστυ της μητέρας πατρίδας: «…πάντα αστείρευτη πηγή/των διαλεχτών πνευμάτων/ωσάν πυρσός μάς οδηγείς/στη γη των αθανάτων». Στο δεύτερο κατά σειράν ποίημα, που τιτλοφορεί «1η Απριλίου», υπογραμμίζει το νόημα της αφύπνισης για τον αμετάκλητο ξεσηκωμό σύσσωμου του Κυπριακού Ελληνισμού: «Όπου να ’ναι/θα ξυπνήσουν!/Η σπίθα σιγοκαίει/στα σπλάχνα του κόσμου». «Ε.Ο.Κ.Α.» και «Θυσία» είναι τα άλλα δύο εισαγωγικά ποιήματα, που επιγραμματικά σκιαγραφούν τον μεγάλο σκοπό, τους μπροστάρηδες με τους συμπαραστάτες τους στα μετόπισθεν και τις θυσιαστικές τους πράξεις, που απαθανάτισαν την Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Επανάστασης.

Πιο κάτω, μέσα από τις έντονες βιωματικές του μνήμες εξυμνεί τον Αρχηγό Διγενή και τον Υπαρχηγό της ΕΟΚΑ, Γρηγόρη Αυξεντίου, αφιερώνοντάς τους τα περισσότερα ποιήματα, μη παραλείποντας, ωστόσο, να ξετυλίξει το νήμα και των άλλων «Κυπρομάχων» του ηρωικού μας έπους. Με αυτούς συνομιλεί σε ασθματικούς τόνους ο αγωνιστής-ποιητής και μοιράζεται μαζί τους την οδύνη της μοίρας του για τα δεινά της πατρίδας τους: «Τους είδαμε/τους ζήσαμε ήσαν κοντά μας/Κοιμήθηκαν στο πλάι μας/Μοιράστηκαν μαζί μας χαρές και λύπες/Εμείς μείναμε πίσω για να πονάμε/Κι αυτοί έγιναν Αθάνατοι!».