ΕΛΕΑΝΝΑ ΖΕΓΚΙΝΟΓΛΟΥ: ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΕ «ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ» ΠΟΥ ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΛΑΪΚΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΝΤΕΧΝΟΥΣ

Από την Πάτρα στην Αθήνα. Μια ταλαντούχα δημιουργός που ερμηνεύει, γράφει μουσική και στίχους, επιμένει να καταθέτει την ψυχή κόντρα στις σημερινές δυσκολίες και τα καταφέρνει

Η δική μας η δουλειά είναι πρώτα να επιβιώσουμε, έπειτα να βοηθήσουμε όσο μπορούμε και τους υπόλοιπους. Αν μπορούμε μέσα από τα τραγούδια μας να καθρεφτίσουμε αυτές τις εικόνες και να δείξουμε κατά πού πέφτει το ξέφωτο, έχει καλώς


Από την Πάτρα στην Αθήνα. Μια νέα και αισιόδοξη μουσικός ονειρεύτηκε να υπηρετήσει το ελληνικό τραγούδι. Αυτό έγινε μια εποχή όταν ακόμα τα μουσικά δρώμενα στην Ελλάδα μεσουρανούσαν. Πώς ήταν αυτό το ξεκίνημα και πώς εξελίχθηκε μέχρι σήμερα;

«Είναι τύχη και ατυχία μαζί να έχει γεννηθεί κανείς στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Είναι τύχη για μένα, γιατί ερχόμενη στην Αθήνα από μια πόλη της περιφέρειας κάπου το ’95, πρόλαβα να πάρω μια γεύση από τη “χρυσή” εποχή της ελληνικής δισκογραφίας ως πιτσιρίκα τότε, ταυτόχρονα όμως και ατυχία, καθώς πάνω που άρχιζα να αποκωδικοποιώ αυτή την εμπειρία δημιουργώντας έναν πιο προσωπικό ήχο και να στέκομαι καλλιτεχνικά στα δικά μου πόδια, ξέσπασε η κρίση με τις γνωστές σε όλους μας επιπτώσεις...», απαντά η Ελεάννα Ζεγκίνογλου, σε συνέντευξή της στην Κυριακάτικη «Σημερινή».

Σημειώνει, παράλληλα, πως η τέχνη και η δημιουργία δοκιμάζεται μέσα από τη δυσκολία, αλλά οφείλει να πορεύεται ανεξάρτητα από αυτήν. Με λίγα λόγια πιστεύω ότι ο μουσικός που λέει αλήθεια μέσα από τη δουλειά του θα επιβιώσει...

«Έμαθα να μένω ατάραχη στη σκηνή». Στην Ελλάδα σπάνια έχουμε το φαινόμενο γυναίκας δημιουργού που να ερμηνεύει, να γράφει στίχο, μουσική και να παίζει πιάνο. Με όλα αυτές τις περγαμηνές εισέπραξες μέχρι τώρα όλα όσα ονειρεύτηκες;

Φυσικά και όχι! Ευτυχώς όχι ακόμα... Ο στόχος είναι η τραγουδοποιία πέρα από το τραγούδι και την ερμηνεία του. Ο δρόμος δείχνει να είναι μακρύς και σκοπεύω, όσο είμαι ενεργή, να τον διανύσω με πείσμα και υπομονή. Δεν κρύβω ότι η αναγνώριση του έργου ενός δημιουργού είναι το κλειδί για τη συνέχεια, ωστόσο αυτή η παραδοχή δεν με έχει αναγκάσει ώς τώρα να προσαρμόσω τις φόρμες ή το ύφος των τραγουδιών μου προς το... εμπορικότερον!

Πώς αντιμετωπίζουν οι άνδρες στον επαγγελματικό σου χώρο μια γυναίκα που κυκλοφορεί με μια τέτοια πανοπλία;

Για να είμαι ειλικρινής, αυτή η ερώτηση λίγο με ξάφνιασε! Από την άλλη όμως σκέφτηκα ότι θίγετε ένα ζήτημα καίριο, που πατά σε πέρα για πέρα πραγματική βάση. Οι άντρες συνάδελφοί μου, ιδιαίτερα στο παρελθόν, αμφισβήτησαν αρκετές φορές τις δυνατότητές μου πριν καν συμπράξουμε, λες και το αξιόλογο έργο οφείλει να συμβαδίζει με... παραπανίσια κιλά, αλλιώς δεν είναι αξιόλογο. Οφείλω όμως να αναφέρω ότι συνέπραξα και με πολλούς συναδέλφους με τους οποίους είχα και έχω σχέση αλληλοεκτίμησης, ακριβώς γιατί μας έδεσε η μουσική και μόνον αυτή.

Τον λένε Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Πώς βρέθηκες να συνεργάζεσαι με αυτό τον ογκόλιθο της ελληνικής δισκογραφίας και τι βίωσες μέσα από αυτή την εμπειρία;

Η γνωριμία μου με τον Βασίλη ήταν καθαρά θέμα τύχης. Η συνεργασία μου μαζί του όμως δεν ήταν καθόλου τυχαία. Κοντά σ' εκείνον και στους φανατικούς του ακροατές έμαθα να μένω ατάραχη στη σκηνή και να ανταποκρίνομαι θετικά και ψύχραιμα σε οποιοδήποτε on stage απρόοπτο. Δεν είναι μυστικό ότι ο Βασίλης δεν ακολουθεί ποτέ το πρόγραμμα στις συναυλίες του, ακόμα και όταν υπόσχεται ότι θα το κάνει... Φαντάζεστε πόσες απαιτήσεις γεννά μια τέτοια κατάσταση. Ήταν ένα «επαγγελματικό» σχολείο για μένα, από το οποίο αποφάσισα να «αποφοιτήσω» το 2005, αφού ολοκληρώσαμε την περιοδεία με τις «Σειρήνες», με σκοπό να ακολουθήσω μια πιο προσωπική πορεία.

«Ένα ταξίδι που δεν έκανες ποτέ». Ένας δίσκος που σου χάρισε μεγάλες και σημαντικές εμπειρίες. Ποια είναι τα σημερινά σου δισκογραφικά και άλλα δημιουργικά σου σχέδια, ύστερα από αυτήν τη δισκογραφική δουλειά;

Στην πρώτη μου ολοκληρωμένη προσωπική συλλογή, το «Ένα ταξίδι που δεν έκανες ποτέ» δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω τη βοήθεια που έλαβα από τον Γιώργο Ανδρέου, ο οποίος, εκτός του ότι ανέλαβε τη συνολική παραγωγή, μου χάρισε και ένα πανέμορφο τραγούδι, το «Δε σε νοιάζει». Ύστερα από αυτό έφερα στον κόσμο την κόρη μου, και για τα επόμενα λίγα χρόνια αφιερώθηκα αποκλειστικά στο μεγάλωμά της.

Φέτος πια, άρχισα σταδιακά να επανέρχομαι στη δισκογραφία με ένα single που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο, με τίτλο «Πλάτη με πλάτη» και ακόμα ένα single που «δώρισα» (στίχο και μουσική δικά μου) στο γυναικείο jazz φωνητικό τρίο 123swing, που θα κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο από τη Feelgood, με τίτλο «Η μεγαλοκοπέλα». Το επόμενο βήμα είναι η δεύτερη ολοκληρωμένη συλλογή τραγουδιών πάνω στην οποία ήδη δουλεύω και φαίνεται ότι θα έχει κυκλοφορήσει μέχρι το Πάσχα.

Σε κρίση η βιομηχανία, όχι η δημιουργία

Μπορείς να αισθανθείς την ελπίδα μέσα σε αυτό το κουρασμένο, το απογοητευμένο σημερινό καλλιτεχνικό σκηνικό της Ελλάδας; Έζησες το αποκορύφωμα στα πρώτα σου βήματα. Τώρα ζεις τη δυσκολία. Αντέχεις;

Η ελπίδα είναι το αλκοόλ και οι καταχρήσεις που δεν κάνω! Η ελπίδα μού δίνει τη δύναμη να ζήσω την επόμενη μέρα. Θα ήθελα όμως εδώ να κάνω ένα διαχωρισμό σημαντικό για τη σωστή «ανάγνωση» των γεγονότων. Σε κρίση έχει περιέλθει η μουσική βιομηχανία και όχι η μουσική δημιουργία. Στα πρώτα μου βήματα έζησα το αποκορύφωμα της δισκογραφίας ως εμπορεύσιμου είδους που φλέρταρε αρκετά με τον κορεσμό εκείνη την εποχή.

Ειλικρινά δεν μπορώ να συμμεριστώ την άποψη ότι σήμερα το καλλιτεχνικό σκηνικό στην Ελλάδα έχει κούραση και απογοήτευση. Γράφονται αξιόλογα τραγούδια, μόνο που πια δεν πωλούνται. Η δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι της μουσικής και μαζί τους κι εγώ είναι ότι ο κόσμος αδυνατεί να καταβάλει αντίτιμο για τις ζωντανές παραστάσεις στη συχνότητα που μπορούσε κάποτε, κι αυτό από μόνο του είναι μια σημαντική διαφορά. Σε καμία περίπτωση όμως δεν θα μπορούσα να πω ότι βλέπω τη δημιουργία να στερεύει.

Η διαδρομή σου είχε σημαντικούς σταθμούς. Μεγάλες σκηνές, επώνυμοι συνεργάτες, διαφορετικά είδη μουσικής. Σε κάποιες από αυτές τις στάσεις το τρένο πέρασε κι από νυχτερινά κέντρα. Πώς σε βοήθησε αυτή η εμπειρία; Σε στιγμάτισε ή σου χάρισε χρήσιμα πολεμοφόδια;

Εμπειρία και μνήμη, μνήμη και εμπειρία. Η ψαλίδα υπήρξε στο παρελθόν ανοικτή, ξεκινούσε από υπόγεια και μεζεδοπωλεία και κατέληγε σε μεγάλες σκηνές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Αισθάνομαι πλούσια για όλο αυτό το βιογραφικό, ωστόσο μεγαλώνοντας σιγά-σιγά επικεντρώνομαι στις επιλογές μου, έχοντας όμως αφομοιώσει, θέλοντας και μη, όλο αυτόν τον όγκο πληροφοριών που συνέλεξα.

Σε ποια είδη μουσικής θέλεις να βρεθείς σήμερα, καθώς η Ελλάδα προχωρά με δεκανίκια;

Χωρίς να θέλω να ακουστώ απόλυτη, δεν πιστεύω σε «στρατόπεδα» που χωρίζουν τους λαϊκούς από τους έντεχνους, τους ροκάδες από τα... σκυλιά της νύχτας ή τους λυρικούς. Η Ελλαδίτσα πράγματι προχωρά με δεκανίκια και δείχνει ότι έτσι θα συνεχίσει για χρόνια ακόμα. Η δική μας η δουλειά είναι πρώτα να επιβιώσουμε, έπειτα να βοηθήσουμε όσο μπορούμε και τους υπόλοιπους. Αν μπορούμε μέσα από τα τραγούδια μας να καθρεφτίσουμε αυτές τις εικόνες και να δείξουμε κατά πού πέφτει το ξέφωτο, έχει καλώς.

Προσωπικά αυτό σκοπεύω να κάνω, είτε μέσα από ηλεκτρικές μπάντες και έγχορδα, είτε περνώντας ενίοτε και από πιο λαϊκούς δρόμους. Οι νότες είναι δώδεκα... Για μένα το μυστικό είναι ο στίχος. Μόνο οι λέξεις μπορούν να αναδείξουν ή να υποβιβάσουν την ποιότητα ενός τραγουδιού. Στην ερώτησή σας λοιπόν θα απαντήσω ότι θα ήθελα να βρεθώ μέσα σε καλά τραγούδια από οποιοδήποτε είδος κι αν προέρχονται.

Τι είναι ο στίχος ή η ποίηση για σένα; Τι θες να εμπερικλείουν, ώστε να σκύψεις πάνω από τις λέξεις και να μελοποιήσεις;

Θα μπορούσα να μιλάω ακατάπαυστα για το τι με κεντρίζει σε ένα ποίημα ή στίχο για να μπω στη διαδικασία να το «ντύσω» με μουσική, ίσως πάλι να περιγράφεται και μία μόνο λέξη: ένστικτο. Από μικρό παιδί διαβάζω στίχους και ποιήματα, μελετώ τις φόρμες, τον ρυθμό του λόγου, αν πρόκειται για έμμετρα κείμενα, τα νοήματα και την αισθητική της γλώσσας που επιλέγει ο κάθε δημιουργός. Με κεντρίζουν οι στίχοι που μεταχειρίζονται απλή, καθημερινή γλώσσα για να περιγράψουν σύνθετα νοήματα, όπως ακριβώς συμβαίνει και στον προφορικό λόγο, που με κάποιο τρόπο «κινεί τα νήματα» στις σχέσεις των ανθρώπων.

Έλκομαι από ποιήματα και στίχους που ζητούν πολλαπλές αναγνώσεις για να ξεδιπλώσουν το νόημά τους και που, με κάποιον τρόπο, παραμένουν αναλλοίωτα μέσα στον χρόνο. Υπάρχει πάντα βέβαια και ο παράγων «je ne sais quoi» κάθε φορά, αυτό το «κάτι, δεν μπορώ να προσδιορίσω τι», που μπορεί να με δονήσει χωρίς να το καταλάβω. Και ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που θα με βάλει στη διαδικασία της μελοποίησης. Αφού εγώ δονήθηκα, με τον ίδιο τρόπο θα δονηθεί και ο ακροατής....