Δεν θα σταθώ στον, έστω, δικαιολογημένο σάλο που προέκυψε σε σχέση με την προσκύνηση αγίων λειψάνων από παιδάκια νηπιαγωγείου· πλην με υπερβολές κυνικής απαξίωσης και παρεκτροπές καθύβρισης ιερών και οσίων στηλίτευσαν την «αντιπαιδαγωγικώς ανόσια» πράξη οι «μέγιστοι φωστήρες» της λιμώττουσας δημοσιογραφίας, οι «πεφωτισμένοι» της παιδοψυχολογίας και οι επί παντός επιστητού «εφήμεροι» επιστολογράφοι.
Άλλων, ωστόσο, αλγεινών εντυπώσεων και επώδυνων συναισθημάτων την προσοχή επισύρει ο ασκός του Αιόλου με τα καταιγιστικά «καινά δαιμόνια», που εξ αφορμής εξαπέλυσε η έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών ή της εντέχνως γενικευμένης μετονομασίας του σε «θρησκευτική αγωγή» στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και τους άρρηκτα συνυφασμένους στόχους της πνευματικής και ηθοπλαστικής του αποστολής. Για αποκωδικοποίηση κάτω από τις γραμμές των αντιφατικών νοημάτων, των κρυπτικών μηνυμάτων και των αμφιλεγόμενων οδηγιών προς τους της παιδείας μας «ναυτιλλομένους», αντιγράφουμε δύο ηχηρά αποσπάσματα της εν λόγω έκθεσης:
«Όπως έχω επανειλημμένα τονίσει, το σχολείο αποτελεί έναν χώρο σύνθεσης απόψεων και πολιτισμών και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να παραμένει ουδέτερο και αμερόληπτο. Σαφώς η θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους δεν συνεπάγεται τον εξοβελισμό της θρησκείας από την εκπαίδευση. Για τον λόγο αυτό, η Πολιτεία έχει αποδεχτεί τη θρησκευτική αγωγή και την ενσωματώνει στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, χωρίς όμως να υιοθετεί συγκεκριμένη θρησκευτική ή δογματική κατεύθυνση και χωρίς να εξαναγκάζει όσους δεν επιθυμούν να συμμετέχουν.
»Αποτελεί θέση μου, η οποία βασίζεται στην εθνική και διεθνή νομοθεσία και νομολογία, ότι οποιαδήποτε άλλη ανάμειξη του σχολείου σε θρησκευτικές εκδηλώσεις, δραστηριότητες ή μυστήρια οποιασδήποτε θρησκείας κινείται πέραν και εκτός του εκπαιδευτικού πλαισίου της θρησκευτικής αγωγής και αναπόφευκτα παραβιάζει τη θρησκευτική ουδετερότητα, που οι πολιτειακοί θεσμοί οφείλουν να τηρούν».
Εκείνο που ξενίζει είναι ο σιβυλλικός μη εξοβελισμός της «θρησκείας» (sic) από το σχολείο και για ευνόητους λόγους η μη προσδιοριστή της κατονομασία. Ποια «θρησκεία» υπονοείται εδώ; Η «πανθρησκεία» της Νέας Τάξης πραγμάτων και η «πολυθρησκεία» ενός συνονθυλεύματος θρησκειών εν όψει της πολυπολιτισμικότητας του σύγχρονου σχολικού περιβάλλοντος, που επικαλείται η Επίτροπος στη συνέχεια;
Αλλά πώς προσλαμβάνεται η ετερότητα διακριτών εθνοτικών οντοτήτων στο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής οπτικής ή επί το ορθότερον μιας διαπολιτισμικής συνείδησης, χωρίς το προαπαιτούμενο της εθνοπολιτισμικής μας ταυτότητας, αναπόσπαστο μέρος της οποίας συνιστά η συνειδητότητα της ελληνορθόδοξης χριστιανικής μας πίστης. Κατά το απλό παράδειγμα, ακριβώς, και όπως εντέλλεται η Σωκρατική αυτογνωσία τού «γνώθι σαυτόν», για να γνωρίσουμε τους άλλους, πρέπει πρώτα να ανακαλύψουμε τους εαυτούς μας και με διδαχτικούς όρους, προτού μάθουμε την παγκόσμια Ιστορία, οφείλουμε να μαθητεύσουμε στις αρχέγονες πηγές της δικής μας Ελληνικής Ιστορίας.
Εν προκειμένω, πώς μέσα από τη χοάνη ενός διαθρησκευτικού αχταρμά μπορεί να αναμειχθεί σε ισοδύναμες δόσεις, άχρωμες και άγευστες, με τις Ιστορίες των άλλων θρησκειών η δύο χιλιάδων και πλέον χρόνων Ιστορία του γηγενούς Χριστιανικού μας Πολιτισμού; Ενός ελεύθερου και δημοκρατικού πολιτισμού, που αντιτάσσει στη μύηση του προσηλυτισμού και στον εξαναγκασμό της βίας τον Ευαγγελικό Θείο Λόγο: «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν».
Αχρείαστες, επομένως, οι ανακόλουθες με την πεμπτουσία του Χριστιανισμού επισημάνσεις, όπως και οι συστάσεις προς τους διδάσκοντες όχι απλώς το γράμμα αλλά το πνεύμα των δογματικών του αληθειών, που σέβεται τη διαφορετικότητα των αλλόθρησκων ή ετερόδοξων μαθητών, σύμφωνα με τις γραπτές επιθυμίες των γονέων τους.
Και εδώ είναι που η Επίτροπος, καταφεύγοντας σε νομικίστικες προσεγγίσεις και άκριτες ερμηνείες νομολογιακών συμβάσεων, ασύμβατες με τις διαχρονικές αξιακές παραδόσεις των ελληνοχριστιανικών ηθών, δεν αφουγκράζεται τους παλμούς της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών αυτού του κράτους. Από την άλλη, μη αναγνωρίζοντας την πρώτη θέση μεταξύ ίσων και μη αποδίδοντας την τιμητική διάκριση στην επικρατούσα θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, προσπαθεί να επιβάλει μιαν κοινωνική πραγματικότητα εκκοσμικευμένου εκδυτικισμού, ξένου προς τα πρότυπα του ηθικοπνευματικού βίου, τα αυθεντικά προγονικά βιώματα και τις απαραχάρακτες χριστιανικές αρχές των Ελλήνων της Κύπρου.
Άρα, πώς καταλύονται οι άρρηκτοι δεσμοί μεταξύ ελληνικής κοινωνίας και Ορθόδοξης Εκκλησίας και με ποια εχέγγυα αξιόπιστης μαρτυρίας διακηρύσσεται ο αντισυνταγματικός πλήρης διαχωρισμός Κράτους-Εκκλησίας και θρησκευτικής ουδετερότητας, όπως ισχύει επί παραδείγματι στη Γαλλία, την Πορτογαλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και την Ελβετία;
Το μάθημα των θρησκευτικών στο ελληνικό σχολείο, που με επαρκείς θρησκειολογικές αναφορές και βελτιωτικές αλλαγές στο αναλυτικό του πρόγραμμα μπορεί να σέβεται τα δικαιώματα των θρησκευτικών μειονοτήτων των μαθητών του, δεν μπορεί, εντούτοις, να εξαντλείται σε γνωστικά αντικείμενα θρησκειολογίας εις βάρος της χριστιανικής διδασκαλίας στις θεματικές κατά τάξη ενότητές της. Και επειδή η Ορθόδοξη Χριστιανική μας Πίστη πέρα από γνώση είναι βιωματική συλλογική μέθεξη στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και στα τελετουργικά της δρώμενα, πώς διανοείται η Επίτροπος να απαγορεύει τη θρησκευτική δραστηριότητα του κοινού, προφανώς, εκκλησιασμού, όπως είθισται, εντός του διδακτικού χρόνου; Ποιο σχολείο απαραβίαστης ουδετερότητας ή ισοπεδωτικής εξουδετέρωσης υπερασπίζεται;
Σε όσους υποσκάπτουν τα υγιή του θεμέλια, δίνει απάντηση, όχι αναχρονιστική αλλά εξόχως διαχρονική, ο μέγας ιστορικός του Ελληνικού Έθνους Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος: «Ουδέποτε Έθνος ηυδαιμόνισεν και εμεγαλούργησεν εν τω κόσμω τούτω άνευ ισχυρών ηθικών ελατηρίων, εν δε εκ των ελατηρίων τούτων, το και ισχυρότατον πάντων, είναι η θρησκεία».




