Η φωνή της ένα βελούδινο, καθηλωτικό πέπλο, που σίγαζε τα πάντα
ΑΦΙΕΡΩΜΑ///«Ο σκοπός μου ως καλλιτέχνη ήταν να κάνω τον κόσμο να αισθανθεί σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Είναι δύσκολο να το περιγράψεις, γιατί δεν είναι κάτι που χωράει ανάλυση»
Καθηλωτικές μουσικές ιστορίες, μια φωνή παθιασμένης γυναίκας που σε κάθε της ζωντανή εμφάνιση σαγήνευε το κοινό σε σημείο που ο ακροατής έχανε τον χωρόχρονο. Τραγούδια ερωτικά, αμφιλεγόμενα, μελοποιήσεις πολιτικών ποιημάτων για τα δικαιώματα των μαύρων, τις κοινωνικές αδικίες, το ύψωμα μιας φωνής, που η μουσική της δεν κατάφερε να κατηγοριοποιηθεί ποτέ. Μια από τις μεγαλύτερες τραγουδίστριες που γέννησε ο προηγούμενος αιώνας, η Ιέρεια της Ψυχής, η Nina Simone, που έφυγε 12 χρόνια πριν, στις 21 Απριλίου, ήρεμα και γαλήνια στον ύπνο της.
Γεννημένη στην πόλη Tryon της Βόρειας Καρολίνας στις 21 Φεβρουαρίου του 1933, από τα τρία της χρόνια η μικρή Eunice Kathleen Waymon -όπως ήταν το πραγματικό της όνομα- κατάφερνε κι έβγαζε τραγούδια στο πιάνο μόνον εξ ακοής. Μεγαλωμένη με εκκλησιαστικές αρχές, ο πατέρας της άλλωστε ήταν ένας πολυτεχνίτης ιερέας και η μητέρα της άκρατα συνδεδεμένη με τη θρησκεία, έμαθε από μικρή ηλικία να ξεχωρίζει το καλό από το κακό, να ζει με αξιοπρέπεια και να διεκδικεί τα αυτονόητα. Τις Κυριακές παίζει πιάνο στην εκκλησία, αλλά δεν τραγουδά, έχοντας μεγαλώσει πια μπορεί και παίζει τα πάντα μόνο και μόνο ακούγοντας τα κομμάτια, έστω και μια φορά.
Η μύηση στην κλασική μουσική
Βλέποντας το ταλέντο της οι γονείς της προσλαμβάνουν μια καθηγήτρια πιάνου, η οποία τη μυεί στην κλασική εκπαίδευση. Τελειώνει το σχολείο και το μόνο που θέλει είναι να γίνει μια πρωτοπόρος βιρτουόζος του πιάνου. Η κοινότητα της πόλης της μαζεύει λεφτά για να τη βάλει σε Μουσική Σχολή στη Φιλαδέλφεια, αλλά η αίτησή της δεν γίνεται αποδεκτή. Η Simone θα εκμυστηρευτεί αργότερα πως ο λόγος που δεν μπήκε στη σχολή ήταν καθαρά θέμα ρατσισμού. Δεν το βάζει κάτω και αρχίζει να παραδίδει μαθήματα πιάνου σε παιδιά για να βγάλει τα προς το ζην.
Στα 21 της χρόνια, και μια καθοριστική βραδιά του ’54, η Nina Simone θα καθίσει στο πιάνο του Midtown Bar & Grill κάπου στο New Jersey, όπου γινόντουσαν ανοιχτές ακροάσεις. Θα τραγουδήσει συνθέσεις των George Gershwin, Cole Porter και άλλων μεγάλων συνθετών του παγκόσμιου πενταγράμμου. Θα κάνει τα τραγούδια δικά της περνώντας τα μέσα από τις ρούγες της jazz, των blues και της κλασικής παιδείας της. Η φωνή της ένα βελούδινο, καθηλωτικό πέπλο, που θα σιγάσει τα πάντα μέσα στο bar.
Όλοι μιλούν για την αισθαντική πιτσιρίκα με τα μεγάλα χείλη, τη δαμάστρια του κλειδοκύμβαλου, το κορίτσι που «δουλεύει στις φωτιές της κόλασης», όπως αποκαλούσε η θρήσκα μητέρα της τα μπαρ. Κάθε εμφάνισή της και μια μουσική μυσταγωγία. Κάπου εκεί είναι που θα πάρει και το ψευδώνυμο Nina Simone. Το Nina, που στα ισπανικά σημαίνει «η μικρούλα», και το Simone, από τη μεγάλη Γαλλίδα ηθοποιό Simone Signoret.
Δισκογραφική απογείωση
Η δισκογραφία δεν θα περίμενε καιρό και το 1958 θα υπογράψει συμβόλαιο με την Bethlehem Records, θυγατρική της King και «μουσικό σπίτι» του νονού τής soul, James Brown. Θα διαλέξει μόνη της τα τραγούδια που θέλει να ερμηνεύσει και ανάμεσά τους βρίσκουμε το I Loves You, Porgy που είχε πει το είδωλό της και η μεγαλύτερη επιρροή της, Billie Holiday, το μεγάλο hit της My Baby just cares for me που είχαν προλάβει πριν να τραγουδήσουν οι Nat King Cole και Count Basie μεταξύ άλλων, καθώς και το Don’t smoke in bed, σύνθεση του μουσικού των επιτυχιών, Willard Robison.
Ο δίσκος “Little Girl Blue” θα κυκλοφορήσει το 1958, η συνεργασία της με την Bethlehem θα λήξει κι ένα χρόνο αργότερα θα βγει το “The Amazing Nina Simone” από την Colpix, μικρό παράρτημα της Columbia. Η πρώτη της μεγάλη συναυλία πραγματοποιείται στη Νέα Υόρκη κι από εκεί και πέρα η Ιέρεια της Ψυχής θα χτίσει τον μύθο της. Οι live εμφανίσεις βάζουν την υπογραφή της σε τραγούδια που οι στουντιακές τους εκτελέσεις φαντάζουν φτωχές. Θα διασκευάσει όλους τους μεγάλους τραγουδοποιούς, από Bob Dylan, Leonard Cohen μέχρι Gershwin και Burt Bacharach. Οι περισσότερες εμφανίσεις της θα ηχογραφηθούν και ειδικά εκείνες που κυκλοφόρησε η RCA είναι η καλύτερη απόδειξη τού πώς μαγνήτιζε τα πλήθη και πόσο μοναδικά υιοθετούσε τις συνθέσεις των άλλων.
Η πολιτικοποίηση
Η δεκαετία του ’60 θα βγάλει στην επιφάνεια όλες τις πολιτικές της ανησυχίες. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να μείνει αμέτοχη στη «Βρόμικη Δεκαετία» της Αμερικής. Θα σταθεί δίπλα στους ανθρώπους της που δέχονται ανελέητες ρατσιστικές συμπεριφορές. Θα συνδεθεί φιλικά με τον jazz ποιητή Langston Hughes και θα μελοποιήσει πολιτικά του ποιήματα για τα δικαιώματα των μαύρων. Θα γράψει το ανατριχιαστικό Mississippi Goddam, ένας φόρος τιμής για τον ακτιβιστή Medgar Evers, που δολοφονήθηκε για τις πεποιθήσεις του και θα της το απαγορέψουν. Θα υπογράψει το Four Women, που μιλάει για 4 στερεότυπα γυναικών της αφροαμερικανικής κοινωνίας. Θα ερμηνεύσει μοναδικά το Strange Fruit, ποίημα του Abel Meeropol που γράφτηκε για να καταδικάσει τον Νόμο του Λιντς ή κατ’ ευφημισμόν το λιντσάρισμα.
Η Nina Simone θα πει για εκείνη την περίοδο: «Τα nightclubs ήταν βρόμικα, η δισκογραφία ήταν βρόμικη, η δημοφιλής μουσική ήταν βρόμικη και το να τα μπερδέψεις όλα αυτά με την πολιτική ήταν χωρίς νόημα και ταπεινωτικό. Όλα αυτά μέχρι να βγει από μέσα μου το Mississippi Goddam. Είχα πρόβλημα με τους παραγωγούς. Πώς μπορείς να πάρεις τη μνήμη ενός ανθρώπου και να συμπτύξεις όλα αυτά που έκανε μέσα σε τριάμισι λεπτά; Έφυγα από αυτήν τη μουσική πλευρά, δεν μου άρεσε η Μουσική Διαμαρτυρίας που παιζόταν, ανέμπνευστη, απλή, προσέβαλλε την αξιοπρέπεια αυτών που διαμαρτύρονταν. Ο βομβαρδισμός στην εκκλησία της Alabama, η δολοφονία του Medgar Evers, όλα αυτά ήρθαν και στέριωσαν βαθιά μέσα μου. Δεν υπήρχε πια γυρισμός».
Ο μύθος του live
Τη δεκαετία του ’70 η Simone θα ταξιδέψει παντού, από τη Λιβερία μέχρι τη Γαλλία, θα συνεχίσει τις ανατριχιαστικές live εμφανίσεις της, θα απομονωθεί, θα ξαναβγεί στο προσκήνιο και θα αφήσει κληρονομιά πάνω από 40 δίσκους στο ενεργητικό της, όπου ειδικά οι ζωντανές ηχογραφήσεις της θα μείνουν στην ιστορία. Στην αυτοβιογραφία της θα γράψει: «Ο σκοπός μου ως καλλιτέχνη ήταν να κάνω τον κόσμο να αισθανθεί σε ένα βαθύτερο επίπεδο. Είναι δύσκολο να το περιγράψεις γιατί δεν είναι κάτι που χωράει ανάλυση. Για να το καταλάβεις, πρέπει να το κάνεις. Και όταν το πιάσεις, το καταλαβαίνεις, όταν το κοινό σου είναι καρφωμένο, όταν ο ηλεκτρισμός γαντζώνεται στην ατμόσφαιρα».
Στις 21 Απριλίου του 2003 θα φύγει ήρεμα στον ύπνο της κι αφού είχε ταλαιπωρηθεί αρκετά από τον καρκίνο στο στήθος της. Μια από τις μεγαλύτερες φωνές του προηγούμενου αιώνα, η Μικρούλα Nina, έπαιρνε από το χέρι την ψυχή της και την ιερουργούσε σε έναν άλλο κόσμο.




