Εντουάρντο Γκαλεάνο, Η μνήμη της φωτιάς, ΙΙΙ, Ο αιώνας του ανέμου

Απόσπασμα της βδομάδας/// «Δεν πρόκειται για ανθολογία, αλλά για λογοτεχνική ανάπλαση που, βασισμένη σε ιστορικά ντοκουμέντα, κρατά ελεύθερες αποστάσεις»

1969 - Μπογκοτά - Τα παιδιά του δρόμου

Ο δρόμος είναι το σπίτι τους. Πηδούν κι αρπάζουν σαν γάτες, πετούν σαν σπουργίτια, τσακώνονται σαν κοκόρια. Περιφέρονται σε κοπάδια, σε συμμορίες. Κοιμούνται σφιχταγκαλιασμένα, σαν τσαμπιά, εξαιτίας του πρωινού παγετού. Τρώνε ό,τι κλέβουν, τα αποφάγια που ζητιανεύουν, ή τα σκουπίδια που βρίσκουν. Κατευνάζουν την πείνα και το φόβο εισπνέοντας βενζίνη ή κόλλα. Έχουν γκρίζα δόντια και πρόσωπα καμένα από την παγωνιά.

Ο Αρτούρο Ντουένιας από τη συμμορία της οδού Είκοσι Δύο φεύγει από την ομάδα του. Βαρέθηκε να στήνει τον πισινό του να τις τρώει επειδή είναι ο πιο μικρός, ο σπόρος της παρέας. Κι αποφασίζει πως είναι καλύτερα να τα βγάλει πέρα μόνος του.

Μια νύχτα, μια οποιαδήποτε από εκείνες τις νύχτες, ο Αρτούρο γλιστράει κάτω από το τραπέζι ενός εστιατορίου, αρπάζει ένα μπούτι από κοτόπουλο και, κραδαίνοντάς το σαν λάβαρο, το σκάει μέσα από τα στενά.

Όταν βρίσκει μια σκοτεινή γωνιά, κάθεται να φάει. Ένα σκυλάκι τον κοιτάζει και ξερογλείφεται. Ο Αρτούρο το διώχνει αρκετές φορές, αλλά το σκυλάκι ξανάρχεται. Κοιτάζονται: είναι ολόιδιοι, αδέσποτοι, δαρμένοι, λασπωμένοι, πετσί και κόκαλο. Ο Αρτούρο λυγίζει, και τον κερνά.

Από τότε πηγαίνουν μαζί, χοροπηδηχτά, και μοιράζονται τον κίνδυνο, τα λάφυρα και τις ψείρες. Ο Αρτούρο, που δεν μιλούσε με κανένα, διηγείται τα δικά του. Το σκυλάκι κοιμάται κουλουριασμένο στα πόδια του.

Ένα καταραμένο βράδυ οι αστυνομικοί πιάνουν τον Αρτούρο να κλέβει λουκουμάδες, τον σέρνουν μέχρι το Τμήμα κι εκεί τον σπάνε στο ξύλο. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ο Αρτούρο επιστρέφει στο δρόμο, στα κακά του χάλια. Το σκυλάκι δεν φαίνεται πουθενά. Ο Αρτούρο τρέχει πάνω κάτω στους δρόμους, ψάχνει, ξαναψάχνει, αλλά τίποτα. Ρωτάει συνέχεια, αλλά τίποτα. Τον φωνάζει, τίποτα. Κανείς στον κόσμο δεν είναι τόσο μόνος όσο αυτό το εφτάχρονο παιδί, που περιφέρεται μονάχο στους δρόμους της Μπογκοτά, έχοντας βραχνιάσει από το να φωνάζει.

1969 - Σε οποιαδήποτε πόλη - Κάποιος

Σε κάποια γωνία, στο κόκκινο φανάρι, κάποιος καταπίνει φωτιά, κάποιος πλένει τζάμια, κάποιος πουλάει χαρτομάντιλα, τσίχλες, σημαιάκια και κούκλες που κατουράνε. Κάποιος ακούει το ωροσκόπιο από το ραδιόφωνο, ευγνώμων που τα άστρα ασχολούνται μαζί του. Περπατώντας ανάμεσα στα ψηλά κτίρια, κάποιος θέλει ν’ αγοράσει ησυχία ή αέρα, όμως δεν του φτάνουν τα ψιλά. Σε μια άθλια γειτονιά, ανάμεσα στα σμήνη τα κουνούπια από πάνω, και τις στρατιές τα ποντίκια από κάτω, κάποιος νοικιάζει μια γυναίκα για τρία λεπτά: σε ένα καμαράκι πορνείου εκείνος που κάποτε τον είχαν βιάσει γίνεται βιαστής, γιατί είναι καλύτερα από το να κάνει το γαϊδούρι στο ποτάμι. Κάποιος μιλά μόνος μπροστά στο τηλέφωνο, αφού έχει κατεβάσει το ακουστικό. Κάποιος μιλά μόνος μπροστά στην τηλεόραση. Κάποιος μιλά μόνος μπροστά σε ένα μηχάνημα κουλοχέρη. Κάποιος ποτίζει μια γλάστρα με ψεύτικα λουλούδια. Κάποιος ανεβαίνει σε ένα άδειο λεωφορείο τα ξημερώματα, και το λεωφορείο εξακολουθεί να είναι άδειο.

1969 - Ρίο ντε Ζανέιρο - Η εκκένωση στις φαβέλες

Αρνούνται να φύγουν. Ήταν οι φτωχότεροι στην ύπαιθρο, και τώρα είναι οι φτωχότεροι στην πόλη, πάντα οι τελευταίοι στη γραμμή, πάμφθηνα εργατικά χέρια και ρυθμικά πόδια, αλλά τουλάχιστον εδώ ζούνε κοντά στο μέρος όπου βγάζουν το ψωμί τους. Οι κάτοικοι του Πραΐνα ντο Πίντο είναι αμετάπειστοι, το ίδιοι και όσοι ζουν στις υπόλοιπες παραγκουπόλεις που σκεπάζουν τα βουνά του Ρίο ντε Ζανέιρο. Όμως οι αξιωματικοί του στρατού έχουν βάλει στο μάτι εκείνα τα ζουμερά οικόπεδα που μοσχοπουλιούνται, γι’ αυτό και η κατάσταση λύνεται με τις κατάλληλες πυρκαγιές. Οι πυροσβέστες δεν φτάνουν ποτέ. Το ξημέρωμα είναι η ώρα για δάκρυα και στάχτες. Αφού η φωτιά ισοπέδωσε τα φτιαγμένα από σκουπίδια σπίτια, πετάνε και σαν σκουπίδια τους ανθρώπους πάνω σε φορτηγά, για να τους πάνε μακριά.
(σελ. 327-329)

Η Μνήμη της φωτιάς, ΙΙΙ, Ο αιώνας του ανέμου κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πάπυρος σε μετάφραση της Ισμήνης Κανσή.
(σελ. 327-328)