Η φετινή 1η Απριλίου, που σηματοδοτεί τη συμπλήρωση 60 χρόνων από την έναρξη του Απελευθερωτικού μας Αγώνα, είναι πέραν της εθνικής επετείου βίωμα εθνοσωτήριου αναστοχασμού για το παρόν και το μέλλον.
Για τούτο κομίζει σήμερα βαρύτερο το φορτίο των ευθυνών και επιτακτικότερα απαιτεί την ανεξόφλητη οφειλή απέναντι σε όσους μάς δίδαξαν το ευ αγωνίζεσθαι της λευτεριάς και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Σε όλους αυτούς τους υπέρμαχους της Κυπριακής Ελευθερίας, που κρατούσαν από την καλή γενιά των Ομηρικών ηρώων και των Σαλαμινομάχων, των αγωνιστών του 1821, των Βαλκανικών Πολέμων και του έπους του ’40, ορίζοντας να «φυλάγουν Θερμοπύλες».
Γιατί συναισθάνονταν πως οι οκτώ αιώνες σκλαβιάς κάτω από δυνάστες κατακτητές ήταν πολλοί, μη υπομένοντας άλλο τού Έλληνος ο τράχηλος τα 77 χρόνια αγγλικού ζυγού. Και γιατί συνειδητοποιούσαν πως ο ειρηνικός δρόμος των υπομνημάτων, των πάνδημων συλλαλητηρίων και των διπλωματικών αποστολών, της Οκτωβριανής Εξέγερσης και του παλλαϊκού Ενωτικού Δημοψηφίσματος δεν οδηγούσε στον ανειρήνευτο πόθο για την Ένωση με τη μητέρα Ελλάδα, προσκρούοντας στην αθέτηση των μεγαλόστομων υποσχέσεων από τους «φίλους του άλλου πολέμου» και στο ανένδοτο «Ουδέποτε» του Χόπκινσον.
Σ’ αυτά, λοιπόν, τα παλληκάρια με την αδάμαστη θέληση και το υπέρτατο φρόνημα της αρετής και της τόλμης δεν απέμενε άλλη οδός από εκείνη, που τους είχε επιβάλει η αποικιοκρατική δεσποτεία και η άτεγκτη στάση των ισχυρών. Έτσι, με μπροστάρηδες τον Αρχηγό Διγενή και τον Εθνάρχη Μακάριο δεν άργησε «να καρπίσει τ’ αστάχυ» στις επάλξεις του ένοπλου Αγώνα, που διαμήνυε με τους μυστικούς φθόγγους του πανάρχαιου οράματος την υπέρ πίστεως και πατρίδος προάσπιση του έσχατου χρέους.
Δίνοντας τον όρκο της ΕΟΚΑ τα παιδιά, που αντρώθηκαν σε μια νύκτα, λογοδοτούσαν στις προγονικές παρακαταθήκες της Ελληνικής Ιστορίας, προσυπογράφοντας «με της καρδιάς το πύρωμα και με το αίμα» την απαρέγκλιτη προσήλωση στα ιδεώδη του έθνους: «…Τας πράξεις μου θα κατευθύνη μόνον το συμφέρον του αγώνος και θα είναι απηλλαγμέναι πάσης ιδιοτελείας ή κομματικού συμφέροντος».
Πώς μπορούμε σε πατριδοκάπηλους καιρούς να προσλάβουμε την υπέρ βωμών και εστιών ομολογία των αγνών εκείνων αγωνιστών, όταν «χωρίς περίσκεψιν… χωρίς αιδώ» η ιδιοτέλεια υπονομεύει το «εμείς» του Μακρυγιάννη και το μικροκομματικό όφελος προεξάρχει του συλλογικού και πατριωτικού συμφέροντος;
Κι αν ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, αφήνοντας τα θρανία και ψάλλοντας ως ο νεότερος Τυρταίος του Ελληνισμού τον παιάνα της αντάρτικης λεβεντιάς και της τιμής προς την πατρίδα, πώς απηχούν μέσα μας οι χορδές της θρυλικής του λύρας: «θα πάρω μιαν ανηφοριά / θα πάρω μονοπάτια / να βρω τα σκαλοπάτια / που παν στη λευτεριά»; Ποιαν «ανηφοριά» και ποια «σκαλοπάτια» μπορούμε ν’ ανεβούμε εμείς, που έχουμε «κατρακυλήσει στου Κακού τη σκάλα»; Και πώς ν’ αφουγκραστούμε τους κραδασμούς της ποιητικής ψυχής και τους αναπαλμούς της φλογερής του φιλοπατρίας «για τ’ ανέβασμα ξανά που [μας] καλεί»;
Ωστόσο, παραμένουμε υπόλογοι μπροστά στο ανάστημα του ήθους και το ύψος της απαράμιλλης θυσίας, στις υποθήκες και στις αγωνιστικές πράξεις και των άλλων ηρώων της Εποποιίας του 1955 - 1959. Από το πάνθεον της αθανασίας τους αποκωδικοποιούμε το «ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής» του Κυριάκου Μάτση όχι μόνο ως απάντηση προς τον Στρατάρχη Χάρντινγκ, αλλά και ως υπόμνηση αυτογνωσίας προς όσους επί των ημερών της σήψης και της διαφθοράς, των συναλλαγών, των διαπλοκών και των υπόγειων χρηματικών διαδρομών θυσίασαν την αρετή εν ονόματι του ανίερου πλουτισμού με αντίτιμο την ευτέλεια της καταδίκης τους.
Σμίγουν οι φωνές των δυο Σταυραετών από τα κρησφύγετα του Πενταδακτύλου και του Μαχαιρά ώς τα Φυλακισμένα Μνήματα. Το «Δεν παραδίδομαι» του Μάτση και το «Μολών λαβέ» του Αυξεντίου δεν είναι μόνο ο απόηχος του Λεωνίδα, μα και η στεντόρεια φωνή του Αισχύλειου Προμηθέα: «ορθοστάδην, ου κάμπτων γόνυ». Κατά το παράδειγμα όσων δεν κάμφθηκαν μπροστά στην αγχόνη του δήμιου μήτε λιποψύχησαν από τα πυρά των Άγγλων.
Μιαν τέτοιαν αγωνιστική ευψυχία χρειάζεται να εμπνεύσουμε στους νέους μας, για να βαδίσουν ορθόστητοι, όπως ο τυφλός μαθητής-μαχητής, που μας γέμισε μέσα στην εθνική περηφάνια της παρέλασης με την περηφάνια του Ανθρώπου.
Τον δρόμο τον άνοιξαν, προπομποί της Ελευθερίας, οι απροσκύνητοι τιτάνες της αντίστασης και της αυτοθυσίας, οι εθνομάρτυρες και οι ένδοξοι γενναίοι του Επικού μας Αγώνα.





