Μια συγκροτημένη μελέτη, στοιχειοθετεί το βιβλίο της Ανθής Αντωνιάδου από τις εκδόσεις Εν Τύποις, που συνιστά και την πρώτη σφαιρική εστίαση στα τέσσερα αρχαία Θέατρα της Κύπρου, εμπλουτίζοντας ταυτόχρονα τη βιβλιογραφία της κυπριακής αρχαιολογίας και ειδικότερα της αρχαιολογικής μας θεατροδομίας. Οι μεμονωμένες μέχρι τούδε εργασίες για τα Θέατρα της Νέας Πάφου και του Κουρίου είτε επίσης τα ανασκαφικά πορίσματα των ξένων αρχαιολογικών αποστολών ή ορισμένες επιστημονικές δημοσιεύσεις δικών μας αρχαιολόγων για το Θέατρο των Σόλων και της Σαλαμίνας είναι αποσπασματικά διαφωτιστικές του ενός ή του άλλου από τα σωζόμενα αυτά αρχαιολογικά μας μνημεία.

Τη συνολική, ωστόσο, εικόνα σε ένα συγκεντρωτικό εύληπτο τόμο, διανθισμένο με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, επιχειρεί το παρόν έργο, στην εισαγωγή του οποίου η συγγραφέας επισημαίνει τη δυσχέρεια μη επαρκούς βιβλιογραφίας σε αρχαιολογικές μονογραφίες και εμπεριστατωμένες εργογραφικές αναφορές. Εξάλλου, οι επιγραφικές μαρτυρίες, τονίζεται, δεν είναι παρά ελάχιστες για τα θεατρικά οικοδομήματα, που η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε κατά καιρούς στο φως και οι σχετικές απεικονίσεις ενός μέρους από τον γλυπτό διάκοσμο του Θεάτρου της Σαλαμίνας, η ψηφιδωτή παράσταση από την «Οικία των Μονομάχων» στο Κούριο ή μερικά ευρήματα μικροτεχνίας παρέχουν ελλιπή γνώση γύρω από τα αρχαία θεατρικά μας δρώμενα.

Η εκ των ενόντων, εντούτοις, καινοτομική εντρύφηση στη θεατρική αρχιτεκτονική της αρχαίας Κύπρου της Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής εποχής δεν συνοψίζει, απλώς, τα σχετικά αρχαιολογικά δεδομένα, αλλά διανοίγει συνάμα τους επιστημονικούς ορίζοντες για ευρύτερες αξιολογικές αποτιμήσεις πάνω σε μια τέτοια ενδιαφέρουσα θεματική. Για την πρωτοτυπία, ακριβώς, και τη χρησιμότητα του βιβλίου αποφαίνεται στον πρόλογό του ο Καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου Δημήτριος Μιχαηλίδης.

Μετά από μια σύντομη περιήγηση ιστορικής πλαισίωσης των διοικητικών, οικονομικών και πολιτισμικών πτυχών της νήσου υπό τους Πτολεμαίους και τους Ρωμαίους, εξετάζονται ανά κεφάλαιο τα τέσσερα Θέατρα κάτω από την οπτική πανομοιότυπου δομημένου σχεδίου στις επί μέρους πληροφοριακές περιγραφές: το γεωγραφικό πλαίσιο, η ιστορική παρουσίαση και τα αρχαιολογικά δεδομένα των αρχαίων πόλεων (όπου ανευρέθησαν τα Θέατρα), το χρονικό των ανασκαφών, το Θέατρο ως προς την τοπογραφική του σχέση με τα γειτνιάζοντα γεωφυσικά μορφώματα και τα παρακείμενα κτίσματα, οι κατασκευαστικές φάσεις και οι διαχρονικές μετατροπές του Θεάτρου, η αρχιτεκτονική περιγραφή του, επιγραφές με τιμητικές ή κατασκευαστικές μαρτυρίες, καθώς και η γλυπτική του Θεάτρου της Σαλαμίνας.

Από την αρχιτεκτονική των Θεάτρων επιλέγουμε σημειολογικά τα εξής: Στο πρωιμότερο χρονολογικά Θέατρο της Πάφου, χωρητικότητας περίπου 8.000 θεατών, με πολύχρωμες παραστάσεις ανθέων στα κατάλοιπα του τοίχου της δυτικής παρόδου και της οροφής, το σκηνικό οικοδόμημα, όπως διαμορφώθηκε κατά τους Ρωμαϊκούς Χρόνους, θα ήταν διώροφο. Πίσω από τη μαρμάρινη σκηνική πρόσοψη υπήρχε σύστημα διασωλήνωσης, που παροχέτευε υπογείως νερό στην ορχήστρα από μιαν πηγή στον λόφο της Φάμπρικας. Από τις τρύπες μερικών σωλήνων στο πάνω μέρος τους συμπεραίνουμε ότι θα δημιουργείτο ένα είδος πίδακα στο πολύχρωμο μαρμάρινο δάπεδο του προσκηνίου.

Στον κεντρικό άξονα του κοίλου του Θεάτρου του Κουρίου με 3.500, υπολογίζεται, θέσεις, παρατηρούμε ένα θολωτό χώρο καταφυγίου, προφανώς, θηρίων ή θηριοδαμαστών, όταν το Θέατρο μετασκευάστηκε σε αρένα. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν αρχιτεκτονικά μέλη από τον διάκοσμο της σκηνικής πρόσοψης, ο άνω όροφος της οποίας φαίνεται να στηριζόταν από κιονοστοιχία στρεπτών μαρμάρινων κιόνων με κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού. Στη νότια εξωτερική του πλευρά το σκηνικό οικοδόμημα περιστοιχιζόταν από πέντε δωμάτια και δύο αποθηκευτικούς, πιθανόν, χώρους. Το Θέατρο υδροδοτείτο μέσω πήλινων αγωγών προς το κάτω διάζωμα.

Παρόμοια χωρητικότητα διέθετε και το Θέατρο των Σόλων, το κοίλο του οποίου διακρινόταν στο κυρίως Θέατρο και το επιθέατρο με 17 και 13 σειρές εδωλίων αντιστοίχως. Ως προς την πρόσβαση από το εξωτερικό μέρος στις παρόδους επεξηγείται η εξής ιδιαιτερότητα: «Οι πλευρικοί διάδρομοι στα ανατολικά και δυτικά βρίσκονται κάθετα σε σχέση με το σκηνικό οικοδόμημα, ενώ στη συνέχεια κάνουν στροφή σε ορθή γωνία και παίρνουν παράλληλη κατεύθυνση, για να οδηγήσουν στην ορχήστρα κατά τον συνήθη τρόπο».

Αξιοπρόσεκτα είναι δύο φωτογραφικά στιγμιότυπα αγαλματιδίων από τους Σόλους, που εικονίζονται εδώ, με το ένα να αναπαριστά ηθοποιό να παρωδεί περιπλανώμενο Σειληνό και το άλλο υποκριτή με προσωπείο. Ωστόσο, η απουσία επιγραφών και επαρκών ανασκαφικών ενδείξεων καθιστά δύσκολη τη χρονολόγησή του, που πρέπει να ανάγεται σε περίοδο αρχιτεκτονικής άνθησης, ήτοι από τα τέλη του 1ου μέχρι τα μέσα του 2ου αι. μ.Χ.

Πλούσιες, αντιθέτως, παρουσιάζονται οι τιμητικές και αφιερωματικές επιγραφές μαζί με όσες αναφέρονται στην οικοδόμηση και ανοικοδόμηση του Θεάτρου της Σαλαμίνας επί αυτοκράτορος Αυγούστου και στις επιδιορθώσεις μετά τους σεισμούς του 76/77 και 332 μ.Χ. Απ’ όσα παρατίθενται για την αρχιτεκτονική του Θεάτρου ενδιαφέρον παρουσιάζει η λεπτομερής περιγραφή του γλυπτικού διάκοσμου της σκηνικής πρόσοψης με τα ακέφαλα αγάλματα του Απόλλωνα Κιθαρωδού, των Μουσών, Ρωμαίων αυτοκρατόρων, καθώς και ρωμαϊκών και ελληνικών θεοτήτων.

«Η Κύπρος και το Κοινόν των Τεχνιτών του Διονύσου», ήτοι της συντεχνίας όσων εμπλέκονταν με τους δραματικούς ή μουσικούς αγώνες, αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου πριν από την εκτεταμένη ανακεφαλαίωση του επιλόγου, όπου υπομιμνήσκεται η ύπαρξη και άλλων Θεάτρων στο Κίτιο και στη Λάπηθο, σύμφωνα με γραπτές πηγές.

Απ’ όσα ακροθιγή σημειώσαμε, καταφαίνεται η ανάγκη μελέτης του αξιέπαινου βιβλίου της Ανθής Αντωνιάδου, που περιλαμβάνει εκτός από υπομνηματισμό χρήσιμη βιβλιογραφία. Τα αρχαία Θέατρα της Κύπρου καταμαρτυρούν όχι μόνο τους αρχαιολογικούς της θησαυρούς, αλλά και την προηγμένη πολιτισμική της φυσιογνωμία στον αρχαίο κόσμο.

Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή