Αρχή της ζωής, πανανθρώπινη του κόσμου μήτρα. Θείος, ιδού, προορισμός η καταξίωσή σου από βάθη μυστικά έως δυσθεώρητα ύψη. Σε άδυτα αδύτων τελετουργία μέθεξης η αγία σου μητρότης.

Βασίλειό σου μια εστία θαλπωρής, που ανάβει άσβεστη τη σπίθα της αγάπης. Κοσμοπλάστρα του καλού γίνεται φωτιά και του κακού μαντεύτρα καταλύτρα.

Γυναίκα «μοι έννεπε Μούσα πολύτροπον» με τη φωνή των ποιητών στον παλμογράφο της καρδιάς τους. Και στον υπερούσιο αστερισμό σου, Ωραία Ελένη, πολύφθογγα έπη, παναρμόνιες ωδές, παλινωδίες, τραγωδίες και της ποιήσεως ποικιλόμορφες μολπές ερωτικές: από τον Όμηρο, Στησίχορο και Ευριπίδη, Σαίξπηρ, Γκαίτε και Ρονσάρ, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο κι άλλους πλείονες υμνωδούς σου: μέσα σε κάθε γυναίκα μια Ελένη!

Δικαιώματα διεκδίκησες με της δικαιοσύνης το σπαθί και υπέρμετρης αξιοσύνης λύτρα στης πολύχρονης ιστορίας σου το διάβα. Διπλά καθήκοντα, ρόλοι πολλαπλοί κι αθέατη εσύ ηρωίδα προχωρείς, χωρίς χειροκροτήματα επί σκηνής και ηχηρούς επαίνους.

Ελευθερία ή θάνατος, ή ταν ή επί τας γαλούχησες, γενναία Σπαρτιάτισσα, άξια της πατρίδας τέκνα. Απ’ τα σπλάχνα σου «τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά». «Χαίρε ω χαίρε Ελευθεριά», σ’ ανάστησε ο Ποιητής Γυναίκα.

Ζωγράφισαν με τέχνη περισσή τη μορφή και το καλλίγραμμο κορμί, μα πίσω απ’ το μειδίαμά σου ποιος να λύσει το αίνιγμα της Σφίγγας; Μήτε Ντα Βίντσι μήτε Φειδίας κατάφερε στα μύχια της ψυχής σου να εισδύσει, Τζοκόντα, Αφροδίτη, Αθηνά, Πυθία, Διοτίμα, Υπατία.

Ήλιος φωτεινός το πρόσωπό σου, όταν τριγύρω όλα συννεφιάζουν, μην τα προλάβει η θύελλα κι ο χαλασμός. Κι ας καίει εντός σου απέραντης λύπης ο λυγμός, πυρσό υψώνεις την καρτερία στο κατάρτι.

Θάλασσα πυρ γυνή, τρίτο κακό, σε ξορκίζει του Μένανδρου η μήνις, μα σφόδρα αστόχησε η ρήση. Ποιος να ζήσει δίχως της θάλασσας τον φλοίσβο και το κύμα, την καθαρτήρια φλόγα του πυρός;

Ισονομία, ισηγορία, ίσες ευκαιρίες οι ανά τους αιώνες πολυθρύλητοί σου αγώνες. Κι ακόμα παλεύεις τα λόγια να ορθώσεις πράξη, τις διακηρύξεις έργα να στοιχειώσεις. Για ν’ ακουστεί στεντόρεια η φωνή σου κόντρα στην εκμετάλλευση, τη βία, την αμάθεια και την πείνα, του Ισλάμ την καταπίεση γυναικών και τον ακρωτηριασμό στη μαύρη ήπειρο της γυναικείας φύσης. Για το τώρα και το αύριο συστρατεύεσαι να σπείρεις «ψωμί και τριαντάφυλλα» από Ανατολή έως Δύση.

Καλλιπάτειρα «με της αντρειάς τ' αμάραντα προνόμια» και Κρατησίκλεια «η θαυμασία γυναίκα». Κι εσύ Κασσιανή «ω Κύριε, πώς η θεότης Σου μιλά / μες στην καρδιά μου». Εύα θεόγυμνη «παράδεισο κι αυτές όπως εσύ κυοφορούσαν».

Λεωφορείο ο πόθος και ο πόνος σου, Γυναίκα, διανύεις αποστάσεις με ταχύτητα φωτός, τρέχεις να προλάβεις τον καιρό και το μεγάλο θαύμα στα διάσελα του χρόνου. Πέρα απ’ το ξάγναντο του ονείρου, αμμόλοφους, κακοτράχαλα βουνά ανεβαίνεις για αετοκορφές και μετερίζια.

Μάνα Κουράγιο και Μάνα Γη, Μάνα Βρυσομάνα και Αέναη Λαλέουσα Πηγή. Μάνα, Γυναίκα, Κόρη κι Αδελφή στον κόρφο της απαντοχής, σε σταθμούς αναμονής, στ’ ακροκέραμο της προσδοκίας. Koυράγιο του κάθε

Οδυσσέα Πηνελόπη.

Νύχτες και μέρες οδοιπορείς και αγρυπνείς κι αδημονείς να δεις το δέντρο να καρπίζει, τον άνθρωπο να μεγαλώνει. Το βιος του να οργώνει να μεγαλουργεί. Το σπίτι στο πατρογονικό σου χώμα ολοένα να στεριώνει, να ριζώνει.

Ξάφνου όμως ξεριζωμένη σ’ Έρημη Χώρα σ’ άγρια ξεροβόρια τριγυρνάς αποδιωγμένη στης προσφυγιάς την καταχνιά, σ’ αδικίας σταυροδρόμια.

Όλα γύρω σου βράχια ανήλιαγα βουβά ούτ’ ένα ξέφωτο, της καλοσύνης ένα χέρι. Μόνο τα δόντια απειλητικά σού δείχνει το θηρίο που βρυχάται.

Πανδώρα, μεγαλοδύναμη Κυρά, εκείνοι τα δώρα της πυξίδας σου μεταπλάσαν σε δεινά και σκορπίσαν στου ολέθρου τους ανέμους. Ευτυχώς, σου αφήσαν την Ελπίδα.

Ρόδα και κρίνα και άσπρα γιασεμιά, μαντατοφόροι μιας άλλης Άνοιξης, ν’ ανθίσουν. Ροδόσταμο τα μύρα «μυρίσαι το άριστον», Ρήγαινα-Γυναίκα!

Στου Μάρτη τον αγέρα τραγούδισμα το φτερούγισμα της χελιδόνας.

«Το φεγγάρι / βγήκε απ’ το πέλαγο σαν Αφροδίτη», σου θυμίζει ο ποιητής.

Υπάρχεις Γυναίκα στην ενατένιση των άστρων, στην αναζήτηση των κραδασμών.

Φως το άλλο σου μισό Ίριδας ουράνιο τόξο.

«Χαίρε δι’ ης η χαρά εκλάμψει»!

Ψιθυρίζουν, Παναγιά Κανακαριά, χείλη εκατόφυλλα χιλιάδες αίνους.

Ω Γυναίκα, Ειμαρμένη, αφέντρα και δουλεύτρα στη δυναστεία της Αγάπης. Άρτος της Ζωής στα γενέθλια των ρόδων!