Tο νέο βιβλίο του Κώστα Σωκράτους περιλαμβάνει δύο δραματικές ποιητικές συνθέσεις
Η πρώτη τραγωδία, εμπνευσμένη από την ηρωική αντίσταση του Ενετού υπερασπιστή της Αμμοχώστου εναντίον των Τούρκων, Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου, και η δεύτερη από τον μυθολογικό βασιλιά της Πάφου Κινύρα
Του Κώστα Σωκράτους, του πολυγραφότατου γνωστού συγγραφέα μας από μιαν πλειάδα πεζών και ποιητικών έργων, ευτυχώς δεν σίγησε η αστείρευτη φωνή. Απόδειξη το νέο του βιβλίο, που περιλαμβάνει δύο δραματικές ποιητικές συνθέσεις.
Η πρώτη τραγωδία, όπως ο ίδιος υποτιτλίζει, εμπνευσμένη από την ηρωική αντίσταση του Ενετού υπερασπιστή της Αμμοχώστου εναντίον των Τούρκων, Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου, και η δεύτερη από τον μυθολογικό βασιλιά της Πάφου Κινύρα. Παρόλο που μορφολογικά και δομικά δεν ακολουθούν τις προδιαγραφές της αρχαίας δραματουργίας στην αυστηρή της συγκρότηση, απηχούν, εντούτοις, βασικά ειδολογικά στοιχεία του Αριστοτελικού ορισμού της τραγωδίας, τη «μίμησιν πράξεως σπουδαίας» και τον «ηδυσμένον λόγο», καθώς και εμφανή γνωρίσματα από τα κατά ποιόν και κατά ποσόν μέρη της, όπως π.χ. τον δημιουργικό μύθο, το ήθος των χαρακτηρολογικών αντιθέσεων, την ανάδειξη ελληνοπρεπών διαχρονικών ιδεών, την παρεμβολή του χορού, που δεν λειτουργεί μόνο ως διαλεκτική μέθεξη ατομικού και συλλογικού, αλλά κατά σκηνική οικονομία προωθεί αφηγηματικά την ανέλιξη και την κορύφωση της ιστορικής μυθοπλαστικής υπόθεσης μαζί με τη δραστική, επίσης, εμπλοκή του αγγελιαφόρου και του ποιητή.
Αν o Νικίας Λειβαδάς ζωντάνεψε στο μυθιστόρημά του «Ιδού το δέρας» τα γεγονότα, που καταγράφονται στην εκτενή «Διήγησιν της Τρομεράς Πολιορκίας και Αλώσεως της Αμμοχώστου κατά το έτος 1571» του Άγγελου Γάττου και αν ο Αντρέας Μακαρίου απαθανάτισε εικαστικά τα συγκλονιστικά στιγμιότυπά της, ο Κώστας Σωκράτους αξιοποιεί τις σημαντικότερες πτυχές των ιστορικών δρώμενων κάτω από την ενδιαφέρουσα δραματοποίηση της δικής του έντεχνης γραφίδας.
Το τρίπρακτο δράμα στη συνεκτική διαδοχή των σκηνικών του επεισοδίων και μέσα από τους ζωηρούς διαλόγους των πρωταγωνιστών του διαδραματίζεται αρχικά μετά την πτώση της Λευκωσίας και λίγο πριν την προέλαση των Τούρκων στην Αμμόχωστο και αργότερα κοντά στα τείχη της, στο πεδίο της μάχης.
Μέσα από την ευρηματική στη σύλληψη και εύγλωττη στη διατύπωση συνομιλία του διοικητή της πόλης και του αρχιστράτηγού του Έστωρος Βαγλιόνη, που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του έργου, στήνεται όχι μόνο το σκηνικό της πολιορκίας και της επικειμένης άλωσης της Αμμοχώστου με επίκεντρο τον μαρτυρικό σφαγιασμό του Βραγαδίνου και τη μεταθανάτια διαπόμπευσή του από τον βάρβαρο κατακτητή, αλλά και φωτίζεται εμφαντικά η προσήλωση στα ανώτερα ιδανικά: το υπέρμετρο θάρρος και η αγωνιστική τόλμη μπροστά στην υπεροπλία του εχθρού, η αγάπη για τον άνθρωπο και τον τόπο κι ας μην είναι η ιδιαίτερή του πατρίδα, η περήφανη στάση ζωής και ο απροσκύνητος θάνατος αντί της δουλοφροσύνης και της αρνησιθρησκείας, η ανυποχώρητη διεκδίκηση της τιμής και της αξιοπρέπειας με τη σθεναρή πίστη στα δίκαια του αγώνα, που αναλαμβάνεται από τους γενναίους και τους μάρτυρες της αυτοθυσίας για την επιτέλεση του ύψιστου χρέους.
Έτσι, στεντόρεια επαναλαμβάνεται η αποτίμηση για την αναμέτρηση των πολλών αριθμητικά με το ακατάβλητο σθένος των ολίγων και λιονταρόψυχων: «Πολλοί αυτοί κι εμείς οι ολίγοι! / Καλύτερα!
Εμείς κι αν πεθάνουμε / πάντα θα είμαστε οι ολίγοι!», που απηχεί την απάντηση του Μακρυγιάννη στον Ντεριγνύ: «Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραΐμη… Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν·».
Ωστόσο, ο συγγραφέας, πέραν της λεπτομερούς περιγραφής των πολεμικών συγκρούσεων ανάμεσα στους Τούρκους του Λαλά Μουσταφά και τους μαχητές του Βραγαδίνου, δεν παραλείπει να υμνήσει την ηρωική πράξη της Μαρίας Συγκλητικής, που αντί της ατιμωτικής αιχμαλωσίας «έβαλε φωτιά και κόλαση φωτιά εις το μπαρούτι». Ο τελευταίος στίχος της εν λόγω αναφοράς, «ήταν μια κόρη όμορφη ηρώισσα κι ετούτη», απηχεί τον παρεμφερή στίχο στο ποίημα της «Αρνάλδας» του Βασίλη Μιχαηλίδη: «Ηρωΐς πασών η πρώτη και ως άγγελος ωραία». Παραλληλίζει, επίσης, το ανδρείο φρόνημα του Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου όχι μόνο με τους Ακρίτες, αλλά και μετωνυμικά με τον επιτόπιο συμβολισμό του ένδοξου προγονικού παρελθόντος: «και ο Βραγαδίνος ορθόστητος και ωραίος καβαλλάρης / είχε για στήριγμα ιερό της Σαλαμίνας τις κολώνες».
Επιπλέον, μέσα από τις προεκτάσεις του έργου προοιωνίζεται σε σχήμα επαναφοράς τα μελλοντικά πάθη της Αμμοχώστου και ολόκληρης της Κύπρου από τους μετέπειτα κατακτητές της: «Θα 'ρθουν και άλλοι και άλλοι εχθροί να ματώσουν αυτό το άγιο της Αμμοχώστου χώμα».
Αν και δεν αναγράφεται στον τίτλο, το δεύτερο έργο Κινύρας, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, θα χαρακτηρίζαμε ως σατυρικό δράμα, όχι απλώς από την παρουσία του Κύκλωπα, του ομωνύμου δραματουργικού είδους του Ευριπίδη, αλλά και από τη συναρμογή πολλών σατιρικών υπαινιγμών στην κυπριακή πραγματικότητα. Τα συμφραζόμενα των μυθολογικών συμφυρμών και συνειρμικών μετασχηματισμών ανάγονται στην αρχή της Ιλιαδικής ραψωδίας Λ, όπου και οι σχετικοί στίχοι για τον γενάρχη των Κινυραδών και τον χρυσό θώρακα, που δώρισε στον Αγαμέμνονα, καθώς και στην ποιητική αδεία συσσωμάτωση Ομηρικών ηρώων, που υπογραμμίζει «τον κόσμο του Ομήρου… γι’ αυτόν τον τόπο [της Κύπρου]», κατά τον Αuden και τον Σεφέρη. Συναφώς εμβληματικός ο στίχος, που απευθύνει ο Εχέφρων στον Κινύρα: «…ο κάθε λόγος σου είναι το φως αυτού του κόσμου».
Τον κόσμο που ο συγγραφέας αναπλάθει κάτω από την ευφάνταστη δραματουργική του οπτική με προανάκρουσμα το αλληγορικό λογοπαίγνιο της «μοίρας» τού πρώτου στίχου, που συνδέεται με την κόρη του Κινύρα Μύρρα και που μαζί της γέννησε τον Άδωνη, έναν από τους πρωταγωνιστές του δράματος.
Αν «οι φωνές των ανθρώπων της Κύπρου πολλάκις υμνούν τον Κινύρα», ο Κώστας Σωκράτους με τη δική του φωνή δεν διαψεύδει τον Πίνδαρο.
Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή




