Όσο κι αν επαναλαμβάνεται πάνω από σαράντα χρόνια η επιτακτική ανάγκη για την άμεση διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων μας ως της πλέον επώδυνης ανθρωπιστικής πτυχής της τουρκικής εισβολής και κατοχής, με τα τελευταία συμβάντα συγκεχυμένης ταυτοποίησης «αταύτιστων» οστών, αλγεινότερη η αναβίωση της μνήμης και σε δραματικότερους ρυθμούς επαναφέρει στο προσκήνιο την πιο σύγχρονη κυπριακή τραγωδία δίχως κάθαρση.
Το μοιραίο λάθος της πρόσφατης παράδοσης στους συγγενείς αγνοουμένου οστών, που ανήκουν σε τέσσερεις διαφορετικούς αγνοούμενους-νεκρούς, ανακινεί το ευρύτερο πρόβλημα της μετατόπισης λειψάνων σε ομαδικούς τάφους, αναδεικνύοντας μέσω μιας άλλης βέβηλης σκοπιμότητας το δεύτερο έγκλημα του Αττίλα. Μέχρι και η γλώσσα είναι συνειρμικά αποκαλυπτική των δόλιων σχεδίων εξαφάνισης των δολοφονημένων Ασσιωτών από τους Τούρκους στην περιοχή Ορνίθι της κατεχόμενης Αφάνειας.
Έστω και αν υστερογενώς το Ε.Κ. κάλεσε την Τουρκία να συμμορφωθεί προς το διεθνές δίκαιο, καταβάλλοντας αποζημιώσεις στις οικογένειες των αγνοουμένων, κανένα ψήφισμα καταδίκης δεν αντισταθμίζει τον θάνατο ή την εναγώνια παράταση της «αποσταμένης ελπίδας» των οικείων.
Πώς να παρηγορηθούν, κηδεύοντας κάποια ταυτοποιημένα μέλη ή δυσαναγνωρίσιμα θραύσματα των πεφιλημένων τους και πώς, αντί του «αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα», να βρουν ανάπαυση κάτω από το βαρβαρικό πέλμα της ποδοπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τον σφαγιασμό των ιερών και των οσίων; Σημαδιακοί οι στίχοι της Κλαίρης Αγγελίδου: «Γύρισε ο γιος, ο ακριβογιός / Σ’ ένα μικρό, / Πικρό σεντούκι».
Ωστόσο, αν ο σεβασμός προς τους νεκρούς οποιασδήποτε εχθρικής ιθαγένειας αποδεικνύεται ασύμβατη έννοια της τουρκικής θηριωδίας, πόσω μάλλον όταν συνδαυλίζεται από το ανθελληνικό της μένος. Το επιβεβαιώνει τον περσινό Οκτώβρη η τυφλή επίθεση Τούρκων στρατιωτών στην πόλη Darge?it, που σκότωσαν και τραυμάτισαν άοπλους Κούρδους κατά την κηδεία συμπατριώτη τους.
Όπως και παλαιότερα, κατά τη Νύχτα των Κρυστάλλων, τον Σεπτέμβριο του 1955, το μίσος Τούρκων διαδηλωτών όχι μόνο ξέθαβε και κατακρεουργούσε πτώματα στο ελληνικό νεκροταφείο του Σισλί, αλλά και στον αυλόγυρο της Ιεράς Μονής της Ζωοδόχου Πηγής, της Μπαλουκλιώτισσας, άλλοι φανατικοί αντίχριστοι είχαν συλήσει τα σκηνώματα των μεγάλων ευεργετών του Γένους, ανοίγοντας τους Πατριαρχικούς τάφους και σκορπίζοντας στους δρόμους τα οστά των νεκρών. Για να διαιωνιστεί η επέλαση του ανίερου φανατισμού στους ρημαγμένους τάφους με τους σπασμένους σταυρούς στα κατεχόμενα κοιμητήριά μας.
Πώς συγκρίνονται, εντούτοις, οι βάναυσες αυτές και πλείστες όσες παρόμοιες πράξεις των Τούρκων με τη στάση του Αιγύπτιου Ιμπραήμ, κατά την επανάσταση του 21, απέναντι στον νεκρό Παπαφλέσσα;
Αυτοί που με ασύστολο θράσος έχουν οικειοποιηθεί τον Όμηρο, πώς θα μπορούσαν να κατανοήσουν τα ιερά δρώμενα στο Iλιαδικό έπος με τον σεβασμό του Αχιλλέα προς τον γέροντα πατέρα Πρίαμο, την ευαισθησία στον ανθρώπινο πόνο και την αναγνώριση της αξίας του Έκτορα με την απόδοση νεκρικών τιμών προς τον αντίπαλό του; Και ακόμα, πώς θα μπορούσαν να προσλάβουν και να ενστερνιστούν οι ανεπίδεκτοι κάθε στοιχειώδους πολιτισμικού ήθους και παγκοίνως αποδεκτού ανθρωπιστικού ιδεώδους όσα υπαγορεύουν οι άγραφοι και απαράγραπτοι νόμοι δέους προς τους νεκρούς, όταν η Αντιγόνη απευθύνεται στον Κρέοντα: «Καίτοι πόθεν κλέος γ’ αν ευκλεέστερον κατέσχον ή τον αυτάδελφον εν τάφω τιθείσα;».
Και ας επαναλάβουμε τι προς εμάς τους επιγενομένους υπομιμνήσκει στην εισαγωγή του Επιταφίου ο Θουκυδίδης: «Κι όταν έρθει η ώρα της εκφοράς, άμαξες μεταφέρουν κυπαρισσένιες οστεοθήκες μία για κάθε φυλή· […] Κι ένα φέρετρο στρωμένο το μεταφέρουν στα χέρια άδειο για τους αγνοούμενους, που δεν βρέθηκαν κατά τη συλλογή των πτωμάτων των νεκρών της μάχης».
Και ας θυμηθούμε, εξάλλου, μέσα από τις Ικέτιδες τις συμβουλές της Αίθρας προς τον Θησέα πως οι αρχαίοι μας πρόγονοι δεν σέβονταν μόνο τους δικούς τους νεκρούς, αλλά και τους ξένους: «…Γιε μου, άνομους άντρες / που την ταφή νεκρών απαγορεύουν / και τα εντάφια δώρα, ανάγκασέ τους / να τα δεχτούν αυτά, σταμάτα εκείνους / που τους θεσμούς μολύνουν της Ελλάδας·».
Πότε, επιτέλους, η τραγωδία θα φτάσει στην κάθαρση, για να σκεπάσει η δύσμοιρή μας γη και το τελευταίο άταφο παλληκάρι, προπέμποντάς το με τη λύρα του Κάλβου; «Ας μη βρέξει ποτέ / το σύννεφον, και ο άνεμος / σκληρός ας μη σκορπίσει / το χώμα το μακάριον / που σας σκεπάζει».




