Φαντάζομαι ότι η αγοραστική δύναμη του ερωτικού καταναλωτισμού μιας πλειάδας πολύτροπων επινοήσεων θα σημείωσε φέτος ακόμα μεγαλύτερη πτώση. Έτσι κι αλλιώς, τόσο οι επιχειρηματίες και οι μεταπράτες του είδους όσο και ο δυτικοτραφείς άγιος της δημοφιλούς εμπορευματοποίησης δεν θα είχαν πια τις υψηλές προσδοκίες ανθηρών εποχών. Την οικονομική, προφανώς, δυσπραγία ενισχύει η ερωτική δυστοκία, που δεν συνιστά, κατ’ ανάγκη, απόρροιά της, παρά την άλλη όψη της κρίσης, που κατακλύζοντας τις καρδιές με ολοένα εντεινόμενους ρυθμούς συναισθηματικής ύφεσης, δύσκολα μπορεί να ανακάμψει.
Το φαινόμενο μιας τέτοιας τραγικής αποψίλωσης, που τείνει να προσλάβει διαστάσεις πανδημίας, επιβεβαιώνουν τα υποπροϊόντα της ψευδαισθησιακής αναπλήρωσης και τα υποκατάστατα της εικονικής φαντασίωσης: η πλημμυρίδα αφενός μελοδραματικής βαττολογίας σε ποιητικές συλλογές ή τα μουρμουρητά από ερωτικά στιχάκια, αλιευμένα στο διαδίκτυο, και αφετέρου ο εκδοτικός οργασμός της ερωτότροπης μυθιστορηματικής πραμάτειας, με αποκορύφωμα την ηλεκτρονική κραιπάλη μιας ευτελούς αισθησιακής διαφήμισης· όλα αντιστρόφως ανάλογα προς τους αληθινά «γραφικούς» ερωτευμένους κι ας μη μοιάζουν στους αλλοτινούς ερωτοκτυπημένους, τους δεμένους με αιώνιους όρκους αγάπης.
Εκείνος, τρελός από πόθο να κατακτήσει την αγαπημένη του και να ενωθεί μαζί της με τα άρρηκτα δεσμά του γάμου κι εκείνη, να συναγωνίζεται αισθηματικά τον αγαπημένο της, στο πιο ωραίο άθλημα ισόπαλης αναμέτρησης, δίνοντας υποσχέσεις αμετάθετης πίστης και ολοκληρωτικής αφοσίωσης. Στους σημερινούς νέους, που στέλλουν μηνύματα σε ιδιόρρυθμα «ιερογλυφικά», σίγουρα θα προκαλούσαν θυμηδία όσα από τα «δυσνόητα» Ελληνικά θα καταλάβαιναν, βέβαια, σε μιαν παμπάλαια «Ερωτική Επιστολογραφία»:
«Περιπόθητός μοι φίλη· είναι τώρα τόσος καιρός αφ’ ότου η σκληρά ειμαρμένη μάς εχώρισεν ασπλάγχνως. Τα δάκρυά μου δεν συγκρατούνται και οι κοπετοί μου δεν καταπαύουν. Το λευκό χαρτί, επί του οποίου το μαύρο μελάνι αφίνει τα στοιχεία ταύτα, είναι γεμάτο - ω! πίστευσόν μοι, - από πύρινα δάκρυα, άτινα τόσον αφθόνως έχυσα αναλογιζόμενός σε, άγγελε των αγγέλων, σε την γλυκυτάτην μοι μέλλουσαν σύντροφον του βίου μου, την χαρίσασάν μοι εις το παρελθόν στιγμάς αφάτου και ατελευτήτου ευτυχίας. Ω, σοι ομνύω… θα επιδιώξω επιβιβαζόμενος ατμοπολοίου να καταπλεύσω και γεμάτος ακρατήτου πόθου να ριφθώ εις την θερμήν σου αγκάλην…».
Ευτράπελες, γλυκερές εκμυστηρεύσεις και νοσηρές υπερβολές παρωχημένων ρομαντισμών, που καταξιώνουν, ωστόσο, τη Σοφόκλεια ομολογία «έρως ανίκατε μάχαν»; Εξάλλου, πώς μπορείς να κρίνεις με άλλα μέτρα την ασυμβατότητα τού τότε με το τώρα;
Ήδη, οι «Γελοίοι Έρωτες» του Κούντερα αναδεικνύουν το κωμικό της ευμετάβλητης ερωτικής ταυτότητας, τις ιλαροτραγικές συνέπειες των ερωτικών παιγνιδιών με κανόνες ατομικιστικών κινήτρων και το αστείο της αυτοπαγίδευσης με απατηλά στρατηγήματα ή τεχνάσματα αυταπάτης σε έναν φευγαλέο «έρωτα χωρίς αίσθημα και χωρίς αγάπη». Ό,τι ο Ντοστογιέφσκι στο «Όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου» αποκαλεί, όσο κι αν ακούεται επικριτικά ηθικοδιδακτικό, «σκληρή ηδυπάθεια…που είναι η πηγή σχεδόν όλων των αμαρτημάτων της ανθρωπότητας».
Και όμως, ο «Δαίμων μέγας Έρως» στην εκδοχή της θείας καταγωγής του, ο γιος του Πόρου και της Πενίας, όπως τον υμνεί η Διοτίμα στο Πλατωνικό Συμπόσιο μέσα από την αφήγηση του Σωκράτη, άλλα αφηγείται σήμερα, παραπέμποντας στην πενία του φυλετικού του γονιδιώματος.
Αλλά, σ’ αυτούς τους ανέραστους καιρούς, που ξεπερνούν τα «εκατό χρόνια μοναξιάς» και μοιάζουν «…στα χρόνια της χολέρας», με ποιους πόρους να πορευτεί και σε ποια όαση ν’ ανασάνει; Στα καφέ της λύπης, της δυσφορίας και της ανεργίας μ’ ένα κινητό στο χέρι κι αμήχανος ο «καθένας χωριστά ονειρεύεται»;
Ποιος έρωτας τρυφερής προπαίδειας και ποια δοτική αγάπη θα μπορούσε, άλλωστε, ν’ ανθίσει πάνω σε άγονα βράχια κι ανάμεσα στις συμπληγάδες της σύνθλιψης από την παιδική ηλικία ώς τον κατατρεγμό της εφηβείας; Ιδού πώς - o tempora, o mores! - από κυνηγός κατάντησε κυνηγημένος στην ανελέητη βιάση μιας δαιμονικής ταχύτητας κι από ελεύθερος σκοπευτής πιάστηκε με το δέλεαρ της τεχνολογίας στα δίκτυα ενός αχανούς κυβερνοχώρου. Σε ποιαν εξορία τον έχουν εξορκίσει, μακριά από τον τόπο της χαράς και της ανάτασης, της συνάντησης του άλλου και της κοινωνίας δύο προσώπων, θραύοντας με την αυθυπέρβαση τού εγώ το κέλυφος του ερμητισμού του;
Ο έρωτας δεν ζητεί να επιστρέψει στην εποχή των ιπποτών, του Ερωτόκριτου και της Ερωφίλης, σε Ρωμαίους και Ιουλιέττες· απαιτεί, όμως, αντί συσχετισμούς και εικονικές «συνδέσεις», αληθινές σχέσεις στην «αριστοκρατία της καρδιάς» και σαν το «γλυκό πουλί της νιότης» να κελαηδά τη μελωδία της αγάπης.




