Βιβλιχνηλασίες Γιώργου Κατσώνη
Μαρτυρία-Κύπρος 1974
Ευγνωμονούμε τον Γιώργο Κατσώνη που, πάνω στα «τσιγαρόχαρτα της αιχμαλωσίας» του, έγραψε μιαν από τις συγκινητικότερες ιστορίες της πατρίδας μας, παραδίδοντάς μας ένα ύψιστο ανθρωπιστικό μάθημα ανθρωπογνωσίας
Διάβασα και ξαναδιάβασα στον πρότερο αναγνωστικό μου βίο τα δυο γνωστά αριστουργήματα της γενιάς του 1930 και ειδικότερα της «Αιολικής σχολής»: την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα και «Το Νούμερο 31328, Το βιβλίο της σκλαβιάς» του Ηλία Βενέζη. Αμφότερα συγκλονιστικές προσωπικές μαρτυρίες από την αιχμαλωσία στα κάτεργα της Ανατολίας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αποτυπωμένα σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση με πρωταγωνιστές στο πρώτο τον αφηγούμενο αιχμάλωτο Νικόλα Κοζάκογλου και στο δεύτερο τον ίδιο τον συγγραφέα «της καυτής ύλης, της σάρκας που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες», ενός από τα σημαντικότερα αυτοβιογραφικά του έργα.
Όπως πλημμυρίζουν με τις ίδιες ρανίδες του αίματος τις βιωματικές σελίδες των συμπατριωτών μας αιχμαλώτων-συγγραφέων, που στάζουν ακόμα πάνω από σαράντα χρόνια εισβολής και κατοχής τον «μνησιπήμονα πόνο» των επαναλαμβανόμενων δεινών και των κοινών παθών, των ξεριζωμών από τις πατρογονικές εστίες και των διωγμών της μαινόμενης τουρκικής θηριωδίας.
Έτσι, αν ο Γιώργος Χαριτωνίδης στο δικό του χρονικό ζωντανεύει Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια στο μαύρο και στο κόκκινο χρώμα σαν από άλικο αίμα όχι μόνο καρπουζιού αλλά και των χαλεπών ημερών του αιχμαλωτισμού του, ο συνονόματος, συστρατιώτης και συναιχμάλωτός του Γιώργος Κατσώνης φωτίζει την πηγαία δεκαεννιάχρονη τότε ημερολογιακή του γραφή μέσα από τη μαρτυρία του μαρτυρίου του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Τουρκίας. «Τα τσιγαρόχαρτα της αιχμαλωσίας», που κυκλοφόρησαν το 2011 από τις εκδόσεις Πάργα, δεν εμπλουτίζουν μόνο τη λογοτεχνική αφηγηματογραφία του είδους, αλλά συνεισφέρουν ως αδιάψευστη πηγή εις τον τύπον των ήλων στην ιστορική χρονογραφία των τραγικών γεγονότων του 1974.
Ο σχεδιασμός του εξωφύλλου από τον Δημήτρη Κατσώνη δεν είναι μόνο συμβολικός αλλά και σημειολογικός του τίτλου του βιβλίου, καθώς επεξηγεί στο προλόγισμά του ο ημερολογιογράφος συγγραφέας: τα τσιγαρόχαρτα της συσκευασίας άφιλτρων τσιγάρων, που μοίραζαν στις φυλακές των Αδάνων και της Αμάσειας κατά την τρίμηνη αιχμαλωσία του· εκεί, όπου αυτόπτης παρατηρητής του εαυτού του, των συγκρατουμένων και των Τούρκων δεσμοφυλάκων τους σημείωνε παρόμοια και διαφορετικά στιγμιότυπα στο μεταίχμιο της απόγνωσης, της απαντοχής και της ελπίδας για γυρισμό.
Στις πρώτες σαράντα σελίδες δεν σκιαγραφεί απλώς τα συμβάντα γύρω από το Πραξικόπημα και τις αρχικές ημέρες της εισβολής, αλλά και εξιστορεί λεπτομερώς τα δρώμενα της απόβασης και της τουρκικής προέλασης, των αεροπορικών επιθέσεων και των ανελέητων βομβαρδισμών, όπως τα έζησε στρατευμένος στο 251 Τάγμα Πεζικού στην άνιση αναμέτρηση της Κερύνειας με τον σιδερόφρακτο Αττίλα ως άγραφο ακόμα «Χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου».
Μια και μόνο κραυγή σπαραγμού μπορούσε να περιγράψει το κακό μέσα από τη ραγισμένη φωνή του στρατιώτη Κατσώνη σαν μονολογικός κομμός αρχαίας τραγωδίας: «Κύπρος μου τι σου κάνανε οι βάρβαροι!», εξυπονοώντας, προφανώς, τους έξωθεν και έσωθεν «βαρβάρους» «της ολόκληρης καταστροφής», κατά τον ποιητή. Και όταν το τάγμα καταστράφηκε κι αυτό από τα εχθρικά τανκς, δεν απέμεναν πολλές ώρες από τη φυγή προς την παραλία μέχρι το σπίτι ενός Αμερικανού στα κράσπεδα της Κερύνειας, για να συντελεστεί το δράμα της σύλληψης των τριάντα στρατιωτών, της μετέπειτα μεταφοράς τους σε μάντρα δεμένους χειροπόδαρα, φορτώνοντάς τους στη συνέχεια με άλλους πολλούς στα πλοία για το οδοιπορικό του εξανδραποδισμού τους.
Ανάμεσα στις αναμνήσεις και τις αποτιμήσεις του συγγραφέα, που ξεχειλίζουν από δυσβάστακτο πόνο, οργή και διαμαρτυρία, συνοψίζεται ο κυνικός σαρκασμός για την απάνθρωπη κτηνωδία και την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής από την εξαθλιωτική βαρβαρότητα του κατακτητή: «Ήταν… φάρμα που την αδειάσανε από ένα είδος ζώου… για να φέρουν εμάς, την καινούργια ράτσα». Και για να θυμηθούμε «το νούμερο» του Βενέζη, αντιπαραβάλλουμε: «-Σκυλιά! Γουρούνια! Άτιμο μιλλέτ (έθνος) άφριζε ο αξιωματικός».
Οι μνήμες που συμπεριλαμβάνονται στο πρώτο ενιαίο κείμενο με τα επιμέρους κεφάλαια, αντίστοιχα των σταθμών της δοκιμασίας του Κατσώνη, από τις πριν μέχρι την εισβολή μέρες και τη σύλληψή του στις 22 Ιουλίου έως τις 6 Σεπτεμβρίου, όταν βρισκόταν ήδη αιχμάλωτος στις φυλακές της Αμάσειας, αν και συνεπαίρνουν με το ζωηρό ενδιαφέρον κινηματογραφικής δράσης, δεν έχουν τη μορφή συστηματικής ημερολογιακής καταγραφής.
Αυτό συμβαίνει στο δεύτερο άτυπο μέρος της καθημερινής, εκτενέστερης ή ολιγόγραμμης, ενημέρωσης του ημερολογίου του από τις 7.9.74 έως τις 25.10.74, την πολυπόθητη ημέρα της επιστροφής και της απελευθέρωσής του. Σε 58 σελίδες υποβλητικής παραστατικότητας και ασθματικής εικονοπλασίας καταφέρνει η νεαρή γραφίδα του συντάκτη τους να μας δώσει χωρίς γλαφυρές υπερβολές μελοδραματισμών και περιττές ωραιολογίες ένα από τα αριστοτεχνικότερα χρονικά αιχμαλωσίας με υψηλό λογοτεχνικό δείχτη στη συγκεκριμένη θεματολογική κατηγοριοποίηση.
Ο Γιώργος Κατσώνης δεν απαθανατίζει μόνο επεισόδια και πράξεις του δράματος, αλλά ως κορυφαίος του χορού των αιχμαλώτων γίνεται συνεκδοχικά η προδομένη καρδιά και η πένθιμη ψυχή τους, η πνιγμένη φωνή και η επιβίωση της ζωής τους, που στοχάζεται τα κακά, τις ευτελείς συνήθειες και τις ανθρώπινες αδυναμίες συναιχμαλώτων του, αλλά και φιλοσοφεί, απαριθμώντας δεκαπέντε λόγους για τα καλά της αιχμαλωσίας. Αν και κατατάσσει στα θετικά τη «συνήθεια στην κακομεταχείριση και στον εξευτελισμό», η εξοικείωση με τις αντίξοες συνθήκες διαβίωσης, η μελέτη χαρακτήρων και η δημιουργία νέων φίλων και συλλογικού πνεύματος είναι από τις πολύτιμες εμπειρίες, που αποκομίζει ο αιχμάλωτος. Είναι επιπλέον οι ενδιαφέρουσες συζητήσεις, η δημιουργική επινόηση κατασκευών και η ενδυνάμωση της πίστης για τον λυτρωμό.
Ευγνωμονούμε τον Γιώργο Κατσώνη που πάνω στα «τσιγαρόχαρτα της αιχμαλωσίας» του έγραψε μιαν από τις συγκινητικότερες ιστορίες της πατρίδας μας, παραδίδοντάς μας ένα ύψιστο ανθρωπιστικό μάθημα ανθρωπογνωσίας.
Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή




