Ο λιτός βίος, που ευαγγελίζεται ο Υπουργός Οικονομικών της νεότευκτης κυβέρνησης της Ελλάδος, σαφώς και δεν ταυτίζεται ως κατ’ ευφημισμόν σχήμα λόγου με τα δυσώνυμα μέτρα λιτότητας των εξαναγκασμών, των περικοπών και των στερήσεων υπό τη δαμόκλειο σπάθη των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων.

Ουδόλως, δηλονότι, εμπίπτει στην κατευναστική φραστική εκφορά των ευφημιστικών μετωνυμιών της απομείωσης-κουρέματος, της ύφεσης-οικονομικής κρίσης ή της αποκρατικοποίησης-ιδιωτικοποίησης είτε επιπλέον των εκποιήσεων και της αφερεγγυότητας, που παραπέμπουν σε καταστάσεις ένδειας και πτώχευσης.

Εντούτοις, τα σκληρά μέτρα λιτότητας, που επιβλήθηκαν από τους «ιερούς» κανόνες μιας σιδηράς δημοσιονομικής πειθαρχίας, εξακολουθούν να ταλανίζουν τους ασθενέστερους λαούς της Ευρώπης και τις ευάλωτες κυρίως μάζες των πληθυσμών της, ακόμα και μετά την έξοδό τους από το μνημόνιο, κατά το παράδειγμα της Ιρλανδίας και Πορτογαλίας.

Οι μεθοδευμένες αυταρχικές πολιτικές στο θολό τοπίο της Ευρωζώνης και η ανεπαρκής πρόοδος σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ματαιώνουν στο άμεσο και μεσοπρόθεσμο μέλλον τις ευοίωνες προοπτικές μιας αξιοπρεπούς ανθρώπινης διαβίωσης, διαιωνίζοντας τον βίο-αβίωτο της Σισύφειας αγωνίας.

Δεν θα επικαλεστούμε Σολώνειες και μεταγενέστερες Σεισάχθειες, μήτε την Κεϋνσιανή σχολή της αυτορρύθμισης και της βέλτιστης ισορροπίας μέσω της κρατικής παρέμβασης για τη μετάβαση από τη στέρηση στην αφθονία, από τη ζωή του μόχθου στο «ευ ζην» μιας «συνετής και ευχάριστης» ευημερίας. Με το διαλεκτικό, ωστόσο, πρόταγμα του Keynes για συνετό βίο ισόρροπης οικονομικής διαχείρισης, ανατρέχουμε στον μεγάλο επίσης φιλόσοφο του περασμένου αιώνα, τον Παναγιώτη Κονδύλη, για την επικαιρότητα των οιονεί προφητικών του παραινέσεων.

Οι οξυδερκείς προβλέψεις και οι ρηξικέλευθές του προειδοποιήσεις γι' αποτροπή του «παρασιτικού καταναλωτισμού», με παρεπόμενο τον υπερδανεισμό της χρεοκοπίας είναι ως να αφορούσαν όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Κύπρο: «…η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μη έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση -και αξιοπρέπεια- ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες, αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό».

Οι χίμαιρες σίγουρα και οι μυθώδεις ψευδαισθήσεις μιας φαντασιακής εικονικής πραγματικότητας χρειάστηκαν κάποτε την απομυθοποίηση της αφύπνισης και της οδυνηρής προσγείωσης. Οι υστερογενείς διαπιστώσεις τραγικές και οι όψιμες μεταμέλειες δεν αρκούνται σε δάκρυα μετανοίας και δημόσιους απολογισμούς, καθώς η αρχαιοελληνική «Εύθυνα» της λογοδοσίας και του ελέγχου, που αντιγράφει η αγγλοσαξωνική «accountability», ως προμηθεϊκή πρόνοια υπευθυνότητας όφειλε συνεχώς να μας νουθετεί, προς αποφυγήν τραγελαφικών έργων και φαύλων ημερών.

Γιατί, τόσο σε επίπεδο κράτους όσο και ιδιωτών, οι Επιμηθείς συναντούσαν τους Λωτοφάγους σε καταναλωτικούς παράδεισους χειμερίας νάρκης όχι μόνο με τα σύνδρομα του επιδειξιομανούς μικροαστισμού, αλλά τοσούτω μάλλον με τις παρενέργειες μιας ατομικιστικής αλλοτρίωσης.

Και «δέκα χιλιάδες μέλισσες να ψοφούσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα», αδυνατούσαμε να συλλάβουμε τα μηνύματα των καιρών, συσκοτίζοντας την οπτική πραγματιστικών προσεγγίσεων και το όραμα όχι απλώς καρποφόρων οικονομικά επενδύσεων, κατά τον Κονδύλη, αλλά και πνευματικά εποικοδομητικών πολιτισμικών επιτευγμάτων.

Έτσι, δεν πρέπει κάθε φορά, «όπου μας βρίσκει το κακό», να ανακρούομε πρύμναν, περισυλλέγοντας ναυάγια, μα να έχουμε ως modus vivendi στραμμένη την πυξίδα στις διαχρονικές ορίζουσες του αξιακού μας κώδικα.

Ο λιτός βίος του ορθολογικού «άριστου μέτρου» και της μεταξύ έλλειψης και υπερβολής αριστοτελικής μεσότητας δεν υπονοεί, βεβαίως, την εκ των πραγμάτων αδύνατη ερμητική αυτάρκεια πρωτόγονων κοινωνιών ή τη δωρική λιτότητα του σπαρτιατικού στρατοπέδου, της Στωικής, έστω, ολιγάρκειας και της ασκητικής παραίτησης. Τη νεοελληνική ταυτότητα πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τα αρχέτυπα της λιτοδίαιτης επάρκειας, της παραγωγικής δραστηριότητας και της δημιουργικής καινοτομίας.

Επειδή, οι υπερμεγέθεις και ογκώδεις διαστάσεις της ρωμαϊκής ή φαραωνικής κραταιάς επιβολής, καθώς και των σύγχρονων επηρμένων κακέκτυπων από δυσμάς έως ανατολάς δεν προσιδιάζουν μήτε στο ήθος της πανάρχαιας αισθητικής μας κουλτούρας μήτε στην αρετή του παραδοσιακού μας βίου. Η υπόμνηση του Περικλή, όπως μας την παραδίδει ο Θουκυδίδης, δεν χρήζει νεοελληνικής μετάφρασης: «Χρώμεθα γαρ πολιτεία ου ζηλούση τους των πέλας νόμους, παράδειγμα δε μάλλον αυτοί όντες τισίν ή μιμούμενοι ετέρους».