Η Κλαίρη Αγγελίδου δεν εμπλούτισε μόνο τον αμητό του πανελλήνιου ποιητικού και πεζού Λόγου με την πλειάδα των ποιητικών της συλλογών και τα τρία αφηγηματικά αυτοβιογραφικά της έργα, αλλά εξακολουθεί να καταθέτει τον πολύτιμο οβολό της στα πολιτισμικά συγγραφικά δρώμενα μέσα από τη συστηματική αρθρογραφία και τα φιλολογικά της μελετήματα. Το πρόσφατο βιβλίο της από τις εκδόσεις Εν Τύποις, με τον επεξηγηματικό υπότιτλο Αναθήματα για τον Πολιτισμό, το επιβεβαιώνει.
Τα Ομηρικά «άποινα», που συναντούμε στους πρώτους στίχους της Ιλιάδας και στο προανάκρουσμα του πονήματός της, συνηχούν την Πινδαρική τους ταυτολογία ως λύτρα και ως ανταμοιβή του ιερού χρέους προς τα ανώνυμα εκείνα πρόσωπα-αναβιώσεις του αρχαίου μύθου και σε κάποιες πνευματικές φυσιογνωμίες, που φωτοδότησαν δρόμους πολιτισμού, επαληθεύοντας τα απαράγραπτα ιδεώδη των ελληνοχριστιανικών αξιών του.
Mε το «αντί προλόγου» εισαγωγικό της κείμενο, που επιγράφεται «Οδοιπορικό στην κατεχόμενη πόλη μου Αμμόχωστο», η συγγραφέας προσφέρει με αισθήματα απέραντης νοσταλγικής μνήμης και συγκινησιακής ανάτασης το πρώτο τιμητικό ανάθημα στην αγαπημένη της πόλη. Στη νοερή της περιδιάβαση ζωντανεύει όχι μόνο την Ιστορία της Αμμοχώστου από τους πρώτους μέχρι τους τελευταίους κατακτητές της, αλλά και την κατοπινότερη φυσιογνωμία της: πορτοκαλεώνες, εκκλησιαστικά και αρχαιολογικά μνημεία, εκπαιδευτήρια, δρόμους, καταστήματα και λαμπρά οικοδομήματα, τα πολιτιστικά σωματεία με τις μορφωτικές, ψυχαγωγικές και φιλανθρωπικές τους εκδηλώσεις, καθώς και τους ήρωες του Απελευθερωτικού μας Αγώνα, τους ευπαίδευτους δασκάλους και τους φιλόμουσους σκαπανείς των Γραμμάτων και των Τεχνών της.
Οι πέντε μελέτες, που συγκροτούν την πρώτη ενότητα του βιβλίου, αφορούν σε πέντε αντίστοιχες «Πνευματικές Μορφές». Στην πρώτη ευφυώς παραλληλίζεται η τραγική ηρωίδα Αντιγόνη με τις μάνες των απαγχονισθέντων ηρώων της ΕΟΚΑ, αποτυπώνοντας συνεκδοχικά τον αγώνα της ηρωίδας γυναίκας και της ηρωομάνας της κυπριακής εποποιίας απέναντι στην άρνηση της εξουσίας να ενταφιάσει τους προσφιλείς της νεκρούς. Σε ιστορική προέκταση και οικουμενική διάσταση όμως τραγικές δεν είναι μόνο οι μάνες των ηρώων, που τάφηκαν στα Φυλακισμένα Μνήματα, αλλά και οι μάνες και οι γυναίκες των Αγνοουμένων, που οι Αττίλες έθαψαν σε ομαδικούς τάφους, καθώς και οι όπου γης γυναίκες με τον ίδιο πόνο, όπως επισημαίνεται στον επίλογο του κειμένου.
Στη συνέχεια, η Αγγελίδου στέκεται με πολύ θαυμασμό στον Νίκο Καζαντζάκη, που τη γοήτευε από φοιτήτρια και ως καθηγήτρια ενέπνεε στους μαθητές της την τόση αγάπη της γι’ αυτόν τον «ανυπότακτο» Κρητικό και τον «πλάνητα» αναζητητή της οικουμενικής αλήθειας.
Πληθωρικές οι αναφορές και καίρια τα παραθέματα από τα έργα του, που καταδεικνύουν τις περιπέτειες της ζωής και των ταξιδιών του, τους υπαρξιακούς αγώνες και τις ανειρήνευτες αγωνίες του, για να βρει τον Θεό και τον άνθρωπο. Σημαδιακή είναι η εξομολόγησή του στον φίλο του Άγγελο Σικελιανό: «Εσύ πιστεύεις πως βρήκες τη λύτρωση και λυτρώθηκες - εγώ πιστεύω πως λύτρωση δεν υπάρχει και πιστεύοντάς το, λυτρώθηκα».
Στις επόμενες αναθηματικές σελίδες φιλοτεχνούνται με γλαφυρή γραφίδα και ανεξίτηλα χρώματα τα μνημειώδη έργα και οι κυπριακές ημέρες δύο μεγάλων γυναικείων μορφών: της Αθήνας Ταρσούλη, της υμνωδού της Κύπρου και της Πολυξένης Λοϊζιάδος, της άκαμπτης φεμινίστριας και ακάματης διδασκάλισσας, σύμφωνα με τους ομώνυμους τίτλους των εργασιών τής ακαταπόνητης επίσης ραψωδού της Αμμοχώστου και της ακάθεκτης σκυταλοδρόμου στους εθνικούς και πολιτισμικούς αγώνες της πατρίδας μας Κλαίρης Αγγελίδου.
Την έμπρακτη αγάπη της Ταρσούλη για την «Κύπρο», όπως συνυφαίνεται στους δύο ογκώδεις τόμους του συγγραφικού της κυπρολογικού άθλου, υπενθυμίζει η οδύνη της για τα δεινά του τόπου μας μέσα από μια ευχετήρια κάρτα, που της είχε αποστείλει τον Γενάρη του 1975, πολύτιμο φυλακτό στα χέρια της συγγραφέως των «Αγλαών Αποίνων», εφόσον η προηγούμενη αλληλογραφία τους χάθηκε με την εισβολή.
Ωστόσο, η Αγγελίδου δεν περιορίζεται στην περιεκτική αναψηλάφηση των μοναστηριών, των κάστρων, των αρχαίων οικισμών, των πόλεων, των χωριών και των γραφικών θερέτρων της Κύπρου, καθώς και της πλούσιας λαογραφικής της κουλτούρας, που η χαλκέντερη Ελληνίδα περιγράφει παραστατικά στην «Κύπρο» της, αλλά αναφέρεται επιπρόσθετα στον Αιγαιοπελαγίτικο κόσμο των «Δωδεκανήσων» της, μη παραλείποντας δείγματα γραφής από την αστείρευτη ποιητική της φλέβα.
Με τον ίδιο ζήλο, εξάλλου, ιχνογραφεί μια ολόκληρη τοιχογραφία με πτυχές από το εκπαιδευτικό και πολιτιστικό έργο της Πολυξένης Λοϊζιάδος, που συνέδεσε άρρηκτα τους αγώνες της για την εξύψωση της γυναίκας με άλλες γυναίκες-πρωτοπόρες της εποχής της: την πνευματική της τροφό Σμυρνιώτισσα Σαπφώ Λεοντιάδα, όπως και τις Καλλιρόη Παρρέν, Ελένη Χατζηπέτρου, Περσεφόνη Παπαδοπούλου και Μαρία Π. Ιωάννου.
Εξ αφορμής της παρουσίασης του βιβλίου της Άννας Κελεσίδου «Δημήτρης Ποταμίτης ο ιδεοποιός», η συγγραφέας προσθέτει τις δικές της απαστράπτουσες ψηφίδες για τον σπουδαίο Θεατράνθρωπο και τον «Έλληνα Βάτραχο», που γνώρισε από τα θεατρικά μαθητικά του χρόνια.
Στη δεύτερη ενότητα, που επιγράφεται «Αξίες του Ελληνισμού», καταθέτει μέσα από το οπλοστάσιο των πολύχρονων γνωσιολογικών και εμπειρικών της μαρτυριών την ορθοκρισία των απόψεών της πάνω στα φλέγοντα θέματα της ελληνικής γλώσσας και της κυπριακής διαλέκτου, τις διαχρονικές αξίες του Ελληνισμού και τη σημασία τους για την επιβίωση των Ελληνοκυπρίων, την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και τον ρόλο της γυναίκας στην ισόρροπη ανάπτυξη του παιδιού, αποτυπώνοντας στα τελευταία κεφάλαια καίριους προβληματισμούς, εποικοδομητικές εισηγήσεις και προτροπές εν όψει των σύγχρονων παγκόσμιων προβλημάτων.
Αν η Κλαίρη Αγγελίδου τονίζει εμφαντικά ότι «Χρέος των απανταχού Ελλήνων είναι να σώσουν την ελληνική τους παιδεία και τις ελληνικές τους καταβολές», σε μας προκύπτει απαρέγκλιτο το χρέος να μελετήσουμε τα μαθήματα πατριδογνωσίας του βιβλίου της, που τα παραδίδει ως κτήμα εσαεί με την τεκμηριωμένη αμεσότητα του ακραιφνούς ελληνικού της λόγου.
Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή




