Ο τίτλος δεν παραπέμπει στο ανθρώπινο σπέρμα της αμαρτίας, της διαφθοράς και της ηθικής παρακμής, που κληρονόμησε ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα στην Civitas Terrena του Ιερού Αυγουστίνου.

Mήτε υπαινίσσεται την υπεραπλούστευση προγονικών καταβολών και χαρακτηρολογικών κλωνοποιήσεων στο φυλετικό γονιδίωμα των Νεοελλήνων με την επίκληση ταυτοποιητικών αποδείξεων ή το άλλοθι απενοχοποίησης ενός πατροπαράδοτου μεταδοτικού μιάσματος, μιας οιονεί κατάρας των Λαβδακιδών: ως να ήταν η διαφθορά το κύριο γνώρισμα της ακραιφνούς εθνικής μας συνέχειας είτε η σισύφεια επαχθής μας κληρονομιά και όχι ένα συγκυριακό ή διαχρονικό σύνδρομο παγκόσμιας παθογένειας.

Είναι, επακριβώς, το αείποτε φαινόμενο της σήψης και της διαφθοράς, το απότοκο της πλεονεξίας και της απληστίας για πλουτισμό, που επιχωριάζει λιγότερο ή περισσότερο σε όλους τους λαούς, καθώς το περιγράφει γνωμολογικά ο Παπαδιαμάντης στους «Χαλοσοχώρηδες»: «Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς».

Επομένως, δεν θα υιοθετούσαμε τον κυνικό αφορισμό του Ροΐδη πως «έκαστος τόπος έχει την πληγήν του…και η Ελλάς τους Έλληνας», εφόσον η κόπρος του Αυγεία όζει παντού μέχρι τις μέρες μας και το «σάπιο» δεν διεκδικεί αποκλειστικά η σαιξπηρική «Δανιμαρκία», όπως «Η Πανούκλα» του Καμύ έχει υπερβεί τα χωροχρονικά όρια του αλγερινού Οράν, για να τη συναντήσουμε αναδρομικά από τη Ρωμαϊκή εποχή ώς τον δυτικό και βυζαντινό Μεσαίωνα, αλλά και στην αρχαία Ελλάδα από τους αρχαϊκούς μέχρι τους μεταγενέστερους αιώνες παρακμής.

Αν περιοριζόμαστε, λοιπόν, στα αρχαιοελληνικά δρώμενα μέσα από ενδεικτικές γραμματολογικές αναφορές, είναι γιατί ο κοινός αυτός τόπος αποσάθρωσης του δημόσιου βίου από υψηλά ιστάμενους αναδεικνύει, ακριβολογικά, πιο εύγλωττους συνειρμούς και αμεσότερους συσχετισμούς με τα καθ’ ημάς, επιβεβαιώνοντας τη λατινική ρήση: «Corruptio optimi pessima» (η διαφθορά των αρίστων είναι η χειρότερη).

Ο δόλος, τουτέστιν, η απάτη και τα άλλα καταδικαστέα ατοπήματα των πολιτών δεν μπορούν να συγκρίνονται με τη διαπλοκή και την παντός είδους κατάχρηση της διαφθοράς, που είναι συνώνυμη της εξουσίας, όπως επισημαίνεται από τον Αριστοτέλη: «Η πολιτική διαφθορά δεν είναι ιδιότητα του ατόμου, ένα φυσικό ελάττωμα, αλλά χαρακτηριστικό της εξουσίας, οποιασδήποτε εξουσίας, και παρεπόμενο των αξιωμάτων». (Πολιτικά, 1308b, 14).

Αρχίζοντας από τον ομηρική «Οδύσσεια», η εξουσία είναι η μυθική Κίρκη, που μεταμορφώνει τους λεγόμενους «πολιτικούς άνδρες» με τη μέθη της αρχομανίας («φάρμακα λυγρά») και τη δύναμη της υπεροχής («ράβδω πεπληγυία») σε χοίρους γρυλλίζοντες. Ενώ στο διδακτικό του έπος «Έργα και Ημέραι» ο Ησίοδος, που αδικήθηκε στη δικαστική διαμάχη με τον αδελφό του, καταφέρεται εναντίον των «δωροφάγων βασιλέων» και στις «σκολιές δίκες» τους: «Από αυτά φυλαχτείτε, άρχοντες, και δικάζετε με ευθύτητα τις δίκες, δωροφάγοι, και τις στρεβλές αποφάσεις εγκαταλείψτε» (στ. 263-264).

Μήπως, εξάλλου, η λαθραία εισαγωγή και αισχροκέρδεια του σίτου στον δικανικό λόγο τού Λυσία «Κατά Σιτοπωλών» δεν οφειλόταν μόνο στους απατεώνες μαυραγορίτες σιτοπώλες, αλλά και στον επισφαλή έλεγχο των αρχόντων Σιτοφυλάκων; Ωστόσο, τα διεφθαρμένα και απάνθρωπα ήθη, χαρακτηριστικό γνώρισμα της τότε Αθηναϊκής Δημοκρατίας, καταγγέλλει ο Δημοσθένης σε τέσσερεις, κατ’ εξοχήν, λόγους του: «Κατά Ανδροτίωνος», «Περί ατελείας προς Λεπτίνην», «Κατά Τιμοκράτους» και «Κατ’ Αριστροκράτους».

Στον πρώτο ο επιτήδειος Ανδροτίων δεν κατηγορείται μόνο, επειδή εισήγαγε ψήφισμα να στεφανωθεί η βουλή των πεντακοσίων, ενώ αυτή δεν είχε συμμορφωθεί με την κατασκευή ορισμένου αριθμού πλοίων, σύμφωνα με τον νόμο, αλλά και για τις ανελέητες φοροεισπρακτικές του μεθόδους. Εισορμώντας στα σπίτια των οφειλετών, τους ανάγκαζε να διαφεύγουν από στέγη σε στέγη στους γείτονες.

Όταν, μάλιστα, καταχράστηκε με φίλους του εννιάμισι τάλαντα και καταδικάστηκε να καταβάλει τα διπλάσια, αφού δεν διέθετε το απαιτούμενο ποσό, κατάφερε με νομικίστικες παραστάσεις να γλυτώσει την επαπειλούμενη φυλάκιση.

Στον τελευταίο από τους πιο πάνω λόγους επισημαίνεται ότι ο πλούτος της πολιτείας είναι ασυγκρίτως μικρότερος από τον πλουτισμό των αρχόντων: «οι μεν τα κοινά διοικούντες εκ πτωχών εύποροι» (209). Δεν μας διαφεύγει όμως ότι και ο ίδιος ο Δημοσθένης είχε εξοριστεί, αφού αποδεδειγμένα δωροδοκήθηκε με «αρπάλεια χρήματα», βοηθώντας τον Άρπαλο, τον μεγαλύτερο καταχραστή της αρχαιότητας, να δραπετεύσει.

Τα ελάχιστα αυτά παραδείγματα στην Αθήνα του 4ου π.Χ. αιώνα πώς συνηχούν σε Ελλάδα και Κύπρο του 21ου αιώνα;