Τα ολιγοσέλιδα αυτά διηγηματικά κείμενα, δοσμένα με παραδοσιακούς και νεωτερικούς τρόπους εφευρετικής εύληπτης γραφής, ανήκουν στον ποιοτικό χώρο του λογοτεχνικού είδους
Εξ αναδρομικής οφειλής, αλλά και με αναπόδραστο το χρέος προς τον άνθρωπο των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων και των ύποπτων καιρών μας μέσα από την αλήθεια της λογοτεχνικής τους πρόσληψης, στεκόμαστε ιδιαίτερα στα δέκα ψυχογραφικά διηγήματα της Αγγέλας Καϊμακλιώτη υπό τον ενδεικτικό τίτλο του περιεχομένου τους «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες», που κυκλοφόρησαν το 2011 από τις εκδόσεις Πήλιο.
Εκ προοιμίου σημειώνουμε κάτω από την οπτική της δικής μας ανάγνωσης ότι τα ολιγοσέλιδα αυτά διηγηματικά κείμενα, δοσμένα με παραδοσιακούς και νεωτερικούς τρόπους εφευρετικής εύληπτης γραφής, ανήκουν στον ποιοτικό χώρο του λογοτεχνικού είδους.
Χωρίς να θηρεύουν την πρωτοτυπία επίπλαστης σφραγίδας με υφολογικές επιτηδεύσεις σουρεαλιστικών ή ιδιόρρυθμων αποτυπώσεων, εγγράφονται στην έκφραση μιας αφαιρετικής συνεκδοχικής λιτότητας, της επικοινωνιακής αμεσότητας μιας διαλεκτικής στοχαστικής διάθεσης με ενδιάθετους μονολόγους ή ασθματικούς σύντομους διαλόγους, καθώς και μιας πηγαίας λυρικής ποιητικότητας, δίχως εξάρσεις μελοδραματικών τόνων ή συναισθηματικών υπερβολών.
Ζωντανεύοντας σε τριτοπρόσωπη αφήγηση με χρώματα και σχήματα σκηνικής υποβλητικότητας πρόσωπα, προσωπεία και δρώμενα, εξωτερικά φαινόμενα του χωροχρόνου ή στιγμιότυπα του φαντασιακού τοπίου και του εικονικού κυβερνοχώρου, στάσεις ζωής και υπαρξιακές εναγώνιες αναζητήσεις αυτοσυνειδησίας και εσωτερικής ταυτότητας, η συγγραφέας δεν αναπαριστά, απλώς, την πραγματικότητα, αλλά τη διευρύνει στο βάθος και το επέκεινα μιας άλλης ανθρωπινότερης διάστασης.
Όπως, ακριβώς, και δεν σκιαγραφεί τους χαρακτήρες των μοναχικών ή αυτοπαγιδευμένων ηρώων της στο προσκήνιο των δράσεων και των αντιδράσεών τους, αλλά συνυφαίνοντας τα αφηγηματικά νήματα του σύγχρονου μίτου της Αριάδνης εισδύει από τον λαβύρινθο ενός περίεργου και απρόσωπου κόσμου στα άδυτα του ψυχισμού τους, για να προβάλει διαθλαστικά καθημερινές διαδρομές και απρόβλεπτες ανατροπές στην προοπτική της μελλοντικής τους πορείας.
Στο πρώτο διήγημα, που επιγράφεται «Παράνομη στάθμευση», η σημειολογία της στάθμευσης και της παρανομίας από το οδικό επιφανειακό επίπεδο εκτείνεται στο ψυχοδιανοητικό πεδίο μιας αδικημένης γυναίκας και αποκρυπτογραφείται στην αμετακίνητη για δεκαπέντε χρόνια στάθμευση σε έναν άτυχο γάμο.
Εκεί όπου είχε σταθμεύσει καταδυναστεύοντάς την «παράνομα» και κακοποιώντας την απάνθρωπα ο πρώην σύζυγός της. Για τούτο «κι εκείνη όφειλε να την πάρει τη ζωούλα της και να τη μετακινήσει. Να την οδηγήσει αλλού. Αλλού…». «Η απελευθέρωση του ανθρώπου ή θα ’ναι πλήρης ή δεν θα υπάρξει καθόλου», σημειώνει στο μυθιστόρημά του ο Κούντερα «Η ζωή είναι αλλού» και η ηρωίδα εδώ αποφασίζει την προσωπική επαναστατική της υπέρβαση: «Ένα άλλο ταξίδι […] ελευθερίας, μακριά από την αναγκαιότητα».
Ή όπως αλλιώς το διατυπώνει η Σιμόν ντε Μπωβουάρ στην «Προδομένη γυναίκα»: «Είναι το μέλλον. Η πόρτα προς το μέλλον [που] θ’ ανοίξει».
«Τα γενέθλια» του δεύτερου διηγήματος αφήνουν μια στυφή αίσθηση μοναξιάς, αλλά ταυτόχρονα και μιας ηρωικής κατάφασης για τη συνέχιση της ζωής στο πρόσωπο του μονήρους ηλικιωμένου δασκάλου, που δεν τον επισκέπτεται πια κανείς στα γενέθλιά του.
Γι’ αυτό και τα «σκαρώνει» μόνος του «σαν θεατρική παράσταση», προσβλέποντας στις μελλοντικές μέρες της αισιόδοξης στροφής των καβαφικών «Κεριών». Κι αν ανήμερα των γενεθλίων του, την 21η Ιουνίου «η γη σταματάει την ελλειπτική τροχιά της…», αυτός θα εξακολουθήσει να κινείται στη δική του τροχιά για την ολοκλήρωση του επίγειου κύκλου του. Φωτίζοντας, ωστόσο, η συγγραφέας τις παλαιότερες μέρες του με τους ανεστραμμένους ρόλους της υιικής στοργής για την άρρωστη μητέρα του, μάς προϊδεάζει στη θεματική του επόμενου διηγήματος, όπου ο κεντρικός ήρωας αναπλάθει άλλες τρυφερές στιγμές συντροφικότητας με τη δική του μητέρα, ξαναζωντανεύοντας την αναπάντεχη φυγή της λόγω της ανίατης ασθένειας.
Η «Οπτική γωνία» μπορεί να μην είναι η ίδια υπό την έποψη του εξωτερικού χώρου για τον υπουργό του ομώνυμου διηγήματος, που άλλοτε ως νέος «ήθελε ν’ αλλάξει τον κόσμο», αλλά παραμένει στις ενδότερες προδιαγραφές της πανομοιότυπη, εφόσον θα διεκδικούσε τώρα «δωρεάν παιδεία».
Εάν, εντούτοις, μη επιτυγχάνοντας τον στόχο του, παρομοιάζεται με «ένα μικρό ποτάμι», που χύνεται «στον πιο θορυβώδη χείμαρρο», ο δημόσιος υπάλληλος του επόμενου διηγήματος πλέκεται στον «ιστό της αράχνης» της δόλιας επιτήδειας συναδέλφου του.
Σε κάποια άλλα δίκτυα, της διαδικτυακής εικονικής «αράχνης» πλέκεται στη συνέχεια και ένας άλλος ήρωας, για να διαβάσει κάποια μέρα στην οθόνη του υπολογιστή του και περισσότερο του μυαλού του τη μη αναστρέψιμη προειδοποίηση: «…Κι εσύ που εξουσιάζεις μόνο την τωρινή στιγμή, αναβάλλεις τη χαρά. Κι η ζωή πάει χαμένη με τις αναβολές της».
Στο βιβλίο, επιπλέον, συναντούμε και τους αφανείς ήρωες των περιθωρίων ή των παρασκηνίων. Αυτούς, αφενός, που συναισθανόμενοι τη δική τους μη αναγνωρισμένη αξία μαζεύουν την πίκρα αρνητικών συναισθημάτων έναντι άλλων, που επιδίωξαν τη «λάμψη» της κοινωνικής προβολής, και αυτούς, αφετέρου, που αφήνοντας τους προβολείς να φωτίσουν τους μικρούς μαθητές τους, αρκούνται στην ηθική ικανοποίηση μιας ευχαριστήριας χριστουγεννιάτικης κάρτας.
Το συνοπτικό μήνυμα εστιάζεται στην αποφθεγματική υπόμνηση του πρώτου από τα δύο αυτά παραπληρωματικά διηγήματα: «Δεν χρειάζεται να σβήσεις το φως από το κερί του διπλανού σου, για να φωτίσει ή να ζεστάνει η λάμψη από το δικό σου».
«Η Αγαπημένη» και «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες», που δανείζει και τον τίτλο στη διηγηματική συλλογή, είναι τα δύο τελευταία διηγήματα, όπου οι πρωταγωνιστές τους τρέφονται με την ψευδαίσθηση της ερωτικής εξιδανίκευσης, για να ανακαλύψουν, εντέλει, την απάτη μιας άλλης στημένης «εικονικής» πραγματικότητας.
Στον αλληλένδετο διηγηματικό της περίπλου η Αγγέλα Καϊμακλιώτη καταφέρνει να μας ταξιδέψει με την εύπλοια τής γραφίδας και τους ούριους ανέμους της ψυχής της, έτσι που «οι ψυχές [να μη] βαδίζουν μόνες».
Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή




