Παραμονές των Φώτων, που οριοθετούν το τέλος στον λατρευτικό κύκλο των Δεσποτικών εορτών του Δωδεκαημέρου, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα την αρχή του νέου Φωτισμού των Θεοφανίων και του Ανακαινισμού του χριστιανικού κόσμου με τα θεία Επιφάνια. Η πλήρωση της πανταχού αόρατης και απερινόητης παρουσίας του Θεού με την επιβεβαίωση τής επί γης ορατής και αποκαλυπτικής τριαδικής Του υπόστασης. Ο εις και μόνος αληθινός Θεός, ο αθέατος και απροσπέλαστος στο Σινά φανερώνεται ταπεινός Υιός και Λόγος και «Συγκαταβαίνων Σωτήρ» από το Σπήλαιο της Βηθλεέμ και την Περιτομή της εκπλήρωσης του Νόμου μέχρι τα ρείθρα και τα νάματα του Ιορδάνη.

Τα ευαγγελικά και υμνογραφικά κείμενα διασαλπίζουν με ευφρόσυνη αγαλλίαση τόσο το γεγονός της Γεννήσεως όσο και το μέγα μυστήριο της Βαπτίσεως του Κυρίου, εφόσον το ένα παραπέμπει αδιαιρέτως στο άλλο, εξού και συνεορτάζονταν μέχρι τον 4ον αιώνα μ.Χ. Και επειδή, ακριβώς, «ου φέρει το μυστήριον έρευναν», είναι μόνο με την κατάνυξη της ιερής σιγής και την προσοικείωση της Χάριτος, που συντελείται μέσα μας η πρόσληψη του θαύματος, για να ενωτιστούμε τις μελίφθογγες υπομνήσεις: «… Προς τους αχαρίστους, ο ευεργέτης! Προς τους αιχμαλώτους, ο ελευθερωτής! Προς τους εν σκότει καθημένους, ο Ήλιος της Δικαιοσύνης!».

Συνθεωρώντας, εντούτοις, ο υμνογράφος Ιωάννης ο Μοναχός τις δύο εορτές, ευγλώττως αιτιολογεί τη μεγαλύτερη λαμπρότητα, που αποδίδει στη δεύτερη: «Εκείνη άγγελον έσχε ευαγγελιστήν και αύτη Πρόδρομον εύρε προετοιμαστήν. Εν εκείνη, αιμάτων εκχεομένων (ενν. των νηπίων), ως άτεκνος ωδύρετο η Βηθλεέμ? εν ταύτη, υδάτων ευλογουμένων, πολύτεκνος γνωρίζεται η Κολυμβήθρα.

Τότε Αστήρ τους Μάγους εμήνυσε, νυν δε Πατήρ κόσμω σε υπέδειξεν». Εκτός από το γνωστό απολυτίκιο, που ευσύνοπτα περιγράφει τα θεία δρώμενα και τους πρωταγωνιστές της τριαδικής θεότητας, η απαραμίλλου κάλλους υμνογραφία των Θεοφανίων μελωδεί με θεσπέσιους ήχους μαζί με τον καθαγιασμό των υδάτων τη λυτρωτική θεογνωσία και την κοσμοσωτήρια αναγέννηση του παλαιού ανθρώπου: «Φωνή Κυρίου επί των υδάτων βοά λέγουσα? Δεύτε λάβετε πάντες, Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, Πνεύμα φόβου Θεού, τού επιφανέντος Χριστού».

Έτσι, τα ορώμενα μέσα από τις θεόπνευστες μαρτυρίες της εκκλησιαστικής μας παράδοσης και τις θαυμαστές εξεικονίσεις της βυζαντινής μας αγιογραφίας διερμηνεύουν σύμμετρα τα σημαινόμενα και τα νοούμενα όχι, απλώς, της ενσυνείδητης χριστιανικής πίστης, αλλά, κατ’ εξοχήν, της εν Χριστώ πνευματικής μας αναβάπτισης. Καθόσον, ο «ευθέως αναβαίνων από του ύδατος», κατά τον Ευαγγελιστή, μόνο στη δική μας μετάνοια αποβλέπει και τον δικό μας καθαρμό από τους ρύπους των πλημμελημάτων εξαγορεύεται. Και θεώμενος «σχιζομένους τους ουρανούς και το Πνεύμα ως περιστεράν καταβαίνον επ’ αυτόν», η θεία οικονομία «εβεβαίου του λόγου το ασφαλές», ήτοι ο βαπτιζόμενος Ιησούς αποδεικνύεται ο προαιώνιος και αγαπητός Υιός του Πατρός Του.

Η εικονογραφική, εξάλλου, σημειολογία αποτυπώνει εμφανείς συνδηλώσεις, όπως τη γυμνότητα της ταπείνωσης του Θεανθρώπου, για να ενδύσει τη δική μας γύμνια και την ευλογία των υδάτων, για να φανερώσει την υπερκόσμια εξουσία Του επί της κτίσεως. Και ενώ η θεότητά Του αντανακλάται στην εξαΰλωση της μορφής Του, «με ανοικτούς τους αχράντους πόδας Του, ως να περιπατή», σύμφωνα με τον Κόντογλου, και όπως παρατηρεί ο Ουσπένσκυ, τονίζεται η σφοδρή επιθυμία και η επίμονή Του θέληση να ζητήσει από τον Ιωάννη να βαπτισθεί, αίροντας την αρχική αντίδραση εκείνου, επειδή «ούτω γαρ πρέπον εστίν ημίν πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην», κατά τον ιερόν Χρυσόστομον.

Aλλά και ένας επιπλέον συνειρμός από το δοξαστικό ιδιομέλο «Την χείρα σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου ... έπαρον υπέρ ημών, Βαπτιστά…» παραπέμπει όχι μόνο στο δέος του Βαπτιστή για τα τελούμενα της μυστηριακής προτύπωσης του αγίου Βαπτίσματος, αλλά και στη μυσταγωγική κατάνυξη του αγίου των Νεοελληνικών μας Γραμμάτων, ψάλλοντάς το ως το κύκνειο άσμα του παραμονές των Θεοφανίων. Τόσο πολύ αγάπησε τη μεγάλη αυτή εορτή της χριστιανοσύνης, που του ενέπνευσε το θρησκευτικό άρθρο «Τα άγια Θεοφάνεια» και το διήγημα «Φώτα Ολόφωτα».

Κι εμείς που παραπαίουμε, βαδίζοντας στα σκοτεινά και ψαύοντας την επιφάνεια των πραγμάτων είτε μελανουργώντας ανάμεσα σε τέρατα και σημεία, ας εμβαπτιστούμε στα αληθινά Επιφάνια: του φωτισμού, του εξαγνισμού και του ανακαινισμού μας. Ιδού τα κυπριακά «Φωτοκάλαντα» της Δικαιοσύνης, της Απελευθέρωσης, της Ειρήνης και της Αγάπης. Για να διαλύσουν τα σκοτάδια της τυραγνισμένης μας ψυχής και της σκλαβωμένης πατρίδας μας.