Περιδιάβασμα στη χρονική πορεία ενός αιώνα 1864-1974

Ο συμπληρωματικός υπότιτλος «Περιδιάβασμα στη χρονική πορεία ενός αιώνα 1864 - 1974» είναι δηλωτικός της νοσταλγικής αναδρομής, που επιχειρεί η συγγραφέας στα περασμένα χρόνια και στους αλλοτινούς καιρούς ενός κερυνειώτικου χωριού μας: της Όρκας, που λίγοι τη γνώρισαν κι ελάχιστοι, ίσως, τη θυμούνται, αλλά όσοι την έζησαν από κοντά, όπως η Νίτσα Σολομωνίδου-Αναστασίου, ανασταίνουν τα έντονα βιώματά τους, κρατώντας ανεξίτηλες τις μνήμες του αγαπημένου τόπου μέσα από τη γραπτή κατάθεση της ψυχής τους. Μιας ψυχής που οδύνεται για την αρπαγή και τη δήωση από τα ιερόσυλα χέρια του Τούρκου κατακτητή, αλλά και που δονείται με τις ευαίσθητες ποιητικές της χορδές από τον ασίγαστο πόθο της παλιννόστησης.

Το οδοιπορικό αυτό χρονικό, που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Επιφανίου, δεν έχει, απλώς, τις αρετές μιας θελκτικής λογοτεχνικής αφήγησης, αλλά αποτελεί συνάμα πολύτιμη πηγή ιστορικών, λαογραφικών, κοινωνιολογικών και εκπαιδευτικών πληροφοριών, καθώς και άλλων πολιτισμικών δρώμενων σ’ εκείνη την άγρια λωρίδα γης του σκλαβωμένου μας Πενταδάκτυλου.

Στις 266 σελίδες, επίσης, του γραφικού «περιδιαβάσματος», που κυριολεκτικά διαβάζεται με ζωηρό ενδιαφέρον, σκιαγραφούνται αξιοπρόσεκτοι τύποι της εποχής, όχι μόνο με τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά της δικής τους εντοπιότητας, αλλά και ολόκληρου του χτεσινού κόσμου της Κύπρου, όπως φιλοτεχνείται στον ομώνυμο μνημειώδη πίνακα του Διαμαντή. Πολύμοχθο και πολύχρονο το ερευνητικό έργο της συγγραφέως, ένα μάθημα αληθινής παιδαγωγικής πατριδογνωσίας, βασισμένο στις λιγοστές γραπτές μαρτυρίες, μα προπάντων στις προφορικές αφηγήσεις επιζώντων Ορκατών και στις δικές της αξεθώριαστες αναμνήσεις των παιδικών και νεανικών της χρόνων.

Στο εισαγωγικό της σημείωμα συνοψίζει το έναυσμα του αξιέπαινου πονήματός της, που δεν είναι άλλο από την αγάπη της για τους Ορκάτες και την Όρκα, καθώς και τους γενάρχες-ιδρυτές της το 1864, αλλά, κατ’ εξοχήν, για τον φιλοπρόοδο παππού της Σολωμό, που συνέβαλε καταλυτικά στην προκοπή της γενέτειράς του.

Στον χαιρετισμό του ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Κυρηνείας κ. Χρυσόστομος εγκωμιάζει «τας γλαφυράς διηγήσεις», «το νέκταρ της φιλοπατρίας και του πολυχρονίου αγώνος προς επιστροφήν εις τας πατρογονικάς ημών εστίας», ενώ η Ευρωβουλευτής δρ Ελένη Θεοχάρους αναφέρει, μεταξύ άλλων, στο προλόγισμά της: «Το βιβλίο μάς δίνει μυστικά την κρυφή συνταγή του μαγιοβότανου, που δημιούργησε ο παππούς Σολωμός εκεί στο γύρισμα των αιώνων και κρατάει αθεράπευτα ερωτευμένους με το χωριό τους Ορκάτες. Και με την κρυφή γοητεία των υπογείων ρευμάτων με άλλους κόσμους ιδανικούς».

Το πρώτο κεφάλαιο, που επιγράφεται «Αλληλεγγύη», σκόπιμα προτάσσεται των επιμέρους αφηγηματικών κειμένων, για να καταδείξει μέσα από σκηνές βίου και ευτράπελα στιγμιότυπα το κύριο χαρακτηρολογικό στίγμα των κατοίκων του χωριού. Αυτό το στοιχείο της συναλληλίας, της συμπαράστασης και της σύμπνοιας, ήταν που τους καθιστούσε πιο δυνατούς απέναντι στις δύσκαμπτες συνθήκες της ορεσίβιας ζωής τους, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας έως τους αποικιοκρατικούς δύσκολους καιρούς της οικονομικής δυσπραγίας.

Γιατί ναι μεν ο Κορτάρης και ο Χ’Λύκος από τη Λάπηθο και τον Καραβά αγόρασαν πρώτοι βουνίσια γη στην Όρκα, αλλά έπρεπε να μεγαλώσει και να ευδοκιμήσει με τον ιδρώτα αυτών και των απογόνων τους, σύμφωνα με το επόμενο κεφάλαιο, όπου παρατίθενται και οι διάφορες ονοματολογικές εκδοχές του χωριού: από το κτίσιμό του «χόρκα» από ξένους και τουρκαλάδες, τα όργια της θεάς Αφροδίτης και τη φάλαινα «Όρκα», που σύχναζε στα νερά της.

Στη συνέχεια, ο παππούς Σολωμός της μικρής Ελένης, το alter ego της συγγραφέως, είναι στο επίκεντρο της ζωής του χωριού, όχι μόνο ως κοινοτάρχης, αλλά και ως πρακτικός χειρουργός και θεραπευτής με τα εφευρετικά ιαματικά του βότανα· αν και ο ίδιος είχε χάσει τον δεξιό του καρπό, ψαρεύοντας με δυναμίτη, για να φιλέψει με το φημισμένο ψάρι της Όρκας τον επιστάτη του δρόμου, που είχε αναληφθεί με δική του πρωτοβουλία και ύστερα από επίμονους αγώνες, αφού θα διευκολυνόταν η συγκοινωνία του χωριού του με τα Πάναγρα και άλλους γειτονικούς τόπους.

Μεταπλάθοντας μυθιστορηματικά τα έργα και τις ημέρες του σπουδαίου αυτού ανθρώπου, που αποτύπωσε τη σφραγίδα του τόσο στην καρδιά των συγχωριανών του όσο και στις απαράγραπτες αναμνήσεις της εγγονής του, τον αναδεικνύει μέσα από τις λεπτομέρειες της εξιστόρησής της από ανώνυμο ευεργέτη σε επώνυμη ηρωική μορφή και ψυχή του τόπου του.

Ωστόσο, εκτός από τον Σολωμό, στις άλλες περιγραφικές και ψυχογραφικές διηγήσεις ζωντανεύει μια ομοχώρια πλειάδα από γυναίκες και άνδρες, που με τις δράσεις και αντιδράσεις τους, τις συνήθειες και τις επαγγελματικές τους ενασχολήσεις, τις καλές πράξεις ή και τις επιλήψιμές τους νοοτροπίες, χάραξαν τα χνάρια τους στα μυρωμένα εκείνα χώματα. Θα μπορούσαμε να σταθούμε ιδιαίτερα στις παραστατικές εξιστορήσεις γύρω από τα καμίνια της Όρκας, τους πρώτους δασκάλους, τους ενωτικούς αγώνες με το ψήφισμα του 1930, την εκεί δράση της ΕΟΚΑ και σε μια ρομαντική ιστορία έρωτα και θανάτου ή «Ένα παραμύθι της Ζωής», κατά το ομώνυμο κεφάλαιο.

Το βιβλίο, διανθισμένο με φωτογραφίες, που απαθανατίζουν το χωριό πριν από την τουρκική εισβολή, καθώς και με ποιήματα της συγγραφέως, που υμνούν τις ομορφιές του και τονώνουν την ελπίδα της επιστροφής, περιλαμβάνει στο δεύτερό του μέρος γενεαλογικά σχεδιαγράμματα με τους γενάρχες και τους απογόνους τους.

Η Όρκα της Νίτσας Σολομωνίδου-Αναστασίου δεν είναι απλώς μια νοερή περιδιάβαση σε ένα κατεχόμενο χωριό μας. Είναι συνεκδοχικά η ακέρια μνήμη του τόπου, που αναβλύζει από κάθε προσφυγικό καημό και κάθε ελληνική ψυχή της Κύπρου για τα πατρογονικά μας χώματα.

Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή