Τούτη τη φορά και σ’ αυτό τον καιρό το συναπάντημα του γερο-Χρόνου με το νέο Έτος δεν θα γινόταν σε κανένα σταυροδρόμι μήτε στη μεθόριο καμιάς πολιτικής επικράτειας και ισχυρής γεωστρατηγικής περιφέρειας· ούτε προγραμματιζόταν επίσημη τελετή στην αίθουσα κάποιου προεδρικού μεγάρου για την αναχώρηση του ενός και την επίδοση των διαπιστευτηρίων του άλλου. Ας έλειπαν πια οι μοιραίοι μελοδραματισμοί τής κακήν-κακώς αποπομπής του παλιού και της θερμής υποδοχής του καινούργιου μέσα σε τεχνητές φωταψίες παραζάλης και αντίστροφες σημάνσεις ρολογιών σε ηχηρές πλατείες.
Καθώς οι δυο Χρόνοι είχαν ακόμη τόσα πολλά να συσκεφτούν για απολογισμούς πεπραγμένων και μελλοντικούς στόχους και μιας και δεν απόμεναν παρά ελάχιστες μέρες μέχρι την αλλαγή σκυτάλης, έπρεπε σίγουρα να βιαστούν. Κι αφού τον περσινό δεν τον βαστούσαν απ’ τα γηρατειά τα γόνατα, ο φετινός, με την εφόρμηση έφηβου δρομέα, θα έσπευδε να τον συναντήσει στην έδρα του Εφετείου του. Δικαιοκρίτη τον έλεγαν, εξάλλου, και αυτή την αποστολή όφειλε να επιτελέσει μέχρι τέλους.
Κι ευτυχώς, που χιονοστιβάδες από κώδικες, νομολογίες, ένδικες συμβάσεις, έγγραφα και αποφάσεις τα είχε καταχωρίσει στον υπερσύγχρονο κβαντικό υπολογιστή του. Εφευρέτης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων και μέντορας του Όργουελ, αλλά και προπομπός της ομώνυμης προς τιμήν του μηχανής του Γουέλς, τον αναγόρευε ήδη μαθητευόμενο χρονοσυνταξιδιώτη του. Όχι για να συνταξιδέψουν χιλιάδες χρόνια στο μέλλον, μα για να περιηγηθούν από τα μόλις χτεσινά έως τα σημερινά τοπία μιας ατέλειωτης χωροχρονικής περιπλάνησης και μιας σε μικρογραφία εντόπιας περιδιάβασης.
Σοβαρός και περίφροντις κάτω από το βάρος τόσων σκέψεων και αναστοχασμών, δεν χρειαζόταν καν να μιλήσει. Ένα νεύμα χίλιες εικόνες, έτσι όπως προβάλλονταν στο βάθος της μεγάλης οθόνης, πότε με αστραπιαία διαδοχή σαν πολύχρωμα πυροτεχνήματα και πότε ασπρόμαυρες σε αργή κίνηση εμβρόντητου βωβού κινηματογράφου.
Εκεί, λοιπόν, βιβλικοί αρμαγεδώνες από τα μαινόμενα μεσανατολικά πεδία των μαχών μέχρι την Ουκρανία και το Αφγανιστάν και ύστερα βομβιστικές επιθέσεις, εν ψυχρώ μαζικές δολοφονίες Χριστιανών και κτηνώδεις αποκεφαλισμοί από Ισλαμιστές τρομοκράτες. Οι επόμενες αποτρόπαιες σκηνές βίαιοι πυροβολισμοί Αφροαμερικανών και λευκών αστυνομικών στις ΗΠΑ, ενώ σε άλλο πλάνο η συγκλονιστική σφαγή οκτώ ανήλικων παιδιών από τη φόνισσα μάνα στην Αυστραλία.
Και μετά, η μόνιμη δυστυχία της φτώχιας, της πείνας και του αναλφαβητισμού από τη Λατινική Αμερική ώς την Αφρική και την Ασία. Ξάφνου, μια θαλασσοταραχή κι ένα σαπιοκάραβο, που ξεβράζει στη Μεσόγειο κατατρεγμένους των πολέμων, πυκνώνοντας τις στρατιές των άστεγων και των μεταναστών της Ευρώπης. Κι ένας πλανήτης που αγανακτεί κάτω από την αλόγιστη εκμετάλλευση του φυσικού του περιβάλλοντος.
«Μα κι εδώ σε τούτο τον τόπο τον μικρό…», αναστενάζει ο γέρο-Εφέτης κι αμέσως ξετυλίγονται οι θλιβερές εικόνες. Στο φόντο η σαραντάχρονη κατοχή της γης μας από τον στρατό του Αττίλα, τον εποικισμό της Ανατολίας και τις νεοσουλτανικές απειλές με «Μπαρμπαρός» και βαρβαρικές εισβολές στις θάλασσές μας.
Και η μηχανή ολοένα κι εστιάζει τον φακό στα πρόσφατα τραγικά συμβάντα της οικονομικής κατάρρευσης από τη χρηματοπιστωτική εξαθλίωση, τις μίζες, τις δωροδοκίες, τους χρηματισμούς, τις φοροδιαφυγές· σήψη και διαφθορά σ’ όλο το φάσμα της δημόσιας διοίκησης και τοπικής αυτοδιοίκησης από την αποσάθρωση του πολιτικοκοινωνικού συστήματος και την απαξίωση των ηθικοπνευματικών αξιών. Και ιδού στα κοινωνικά παντοπωλεία, πίσω από κλειστές πόρτες και σκοτεινές κάμαρες τα θύματα του δράματος. «Και οι υπαίτιοι, οι δήμιοι και οι θύτες;». «Κάποιους τους βλέπεις ήδη με χειροπέδες, σε ανακριτήρια και φυλακές, μέχρι να καταφύγουν εδώ εφεσιβάλλοντες ή εφεσίβλητοι», συνδιαλέγονται ή πικρά μονολογούν μέσα τους.
Κι ενώ επί της οθόνης παρελαύνουν καθημερινά δρώμενα βίας, παιδεραστίας, πορνογραφίας, εμπορίας ναρκωτικών και λευκής σαρκός κι ένα σωρό λύπες από διαζύγια, δυστυχήματα, ψυχοφθόρες μοναξιές, ανίατες αρρώστιες και θανάτους, ο Εφέτης-Χρόνος δεν παύει ν’ αναλογίζεται με το σοφό του γήρας όχι την οσονούπω ανεπίστροφη φυγή του, αλλά την κατάντια του ανθρώπου.
Κι ευθύς αναθυμάται κάποιες γραμμές σημαδιακές, που «Εν Λευκώ» του έχει αφιερώσει ο Ελύτης, μιλώντας για κείνους που με «επιχειρήσεις, δολοπλοκίες, μυστικές συμφωνίες και τα παρόμοια ζητούν να τον γεμίσουν». Κι ύστερα με νόημα ψιθυρίζει στον διάδοχό του: «Τι λες, Χρόνε-Αφέτη, τώρα που τα είδες όλα αυτά κι άλλα πολλά υποθέτεις; Μπορείς να δώσεις το σύνθημα για πάλης νέο ξεκίνημα; Αν μπορείς, δρασκέλα το κατώφλι…».




