Στην αντίστροφη μέτρηση των ημερών και μέσα από τους αντίξοους δρόμους της σκοτεινής πλάνης ποιαν άλλη να πάρεις από τη φωτεινή στράτα, που σου χάραξε ο άγγελος αστέρας; Ποια άλλη απομένει μετά τις ιλιγγιώδεις τροχιές των εκτροπών και τις ύποπτες στροφές των πτώσεων;

Και όταν οι άνεμοι μαίνονται ακόμα από βορρά έως νότο σαρωτικοί και ολέθριοι σαν λαίλαπες και καταιγίδες, βυσσοδομώντας στα παγερά και επίφοβα σταυροδρόμια της οικουμένης από ανατολή έως δύση; Ποιαν άλλη σου μέλλεται ν’ ακολουθήσεις από εκείνη, που πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια οδήγησε τους σοφούς Μάγους προς το Μέγα Σπήλαιο της Γέννησης του Θεανθρώπου, φανερώνοντας στους απλοϊκούς αγραυλούντες Ποιμένες «Μυστήριον ξένον και παράδοξον»;

Σ’ αυτούς τους καιρούς της υλικής και πνευματικής ένδειας δεν προοιωνίζεται, στ’ αλήθεια, καμιά άλλη οδός· μήτε κανένας πολικός αστέρας μπορεί να μεταστρέψει τα βήματά σου από τη λυτρωτική πορεία στην αναζήτηση του θαύματος με προπομπούς τους πρώτους προσκυνητές του θείου Βρέφους. Για τούτο καλείσαι ανάμεσα στα πολλά ν’ ανακαλύψεις το μοναδικό αστέρι του Ουρανού και της καρδιάς σου, καθώς νηπιόθεν ορμηνεύει ο ποιητής: «Την άγια νύχτα τη χριστουγεννιάτικη / ποιος δεν το ξέρει; / των Μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα / λάμπει τ’ αστέρι. / Κι όποιος το βρη μες στ’ άλλα αστέρια / ανάμεσα δεν θα το χάση / σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το / μπορεί να φθάση!».

Όσο κι αν το κοσμοϊστορικό γεγονός της ενανθρωπίσεως του Θεού και της αυτοθέωσης του ανθρώπου μέσω της κοσμοσωτήριας αναγέννησής του προσλαμβάνεται ακόμα με τον σκεπτικισμό του βιβλικού μύθου και τη δυσπιστία του θεoλογικού κηρύγματος. Κι όσο κι αν ο ευαγγελικός Λόγος τού «ετέχθη υμίν σήμερον Σωτήρ» μαζί με την εκκλησιαστική υμνολογία τού «Χριστός γεννάται, δοξάσατε» προσκρούει στην αλλοτριωτική παρανόηση της εκκοσμίκευσης και μιας επίπλαστης γιορτινής ατμόσφαιρας, που διαχέει με διαφημιστικά δυτικότροπα ήθη το οιονεί πνεύμα των Χριστουγέννων: από τις ηχηρές τηλεοπτικές προβολές και τις φιέστες των ρεβεγιόν ίσαμε τις προκλητικές πραμάτειες της αχρείαστης κατανάλωσης και τα ταξιδιωτικά πακέτα των εκτός οικογενειακής εστίας χριστουγεννιάτικων «προορισμών».

Κι ας μην έπαψε από τότε να μας το θυμίζει η αξεπέραστη φωνή του Παπαδιαμάντη: «Εάν το Πάσχα είναι η λαμπρότατη του Χριστιανισμού εορτή, τα Χριστούγεννα βεβαίως είναι η γλυκύτατη και συγκινητικωτάτη, και διά τούτο ανέκαθεν εθεωρήθη ως οικογενειακή κατ’ εξοχήν εορτή».

Αναλογίζεσαι κι αναστοχάζεσαι τούτο το πνεύμα της κοσμικής χριστουγεννιάτικης πανδαισίας, που δεν το ζεσταίνει πια η θαλπωρή κάποιων αλλοτινών καιρών με τα χνότα της κατανυκτικής πίστης μήτε το εμπνέει η ζείδωρη πνοή της χριστιανικής ανάτασης.

Αναθυμάσαι κι αναπολείς εκείνη την προσήλωση της άδολης αθωότητας και της καλοπροαίρετης αγαθής ταπεινοσύνης με το ρίγος μιας ιερής μυσταγωγίας. Κι αναρωτιέσαι ρεμβάζοντας στο απέναντι φωτοστόλιστο μπαλκόνι των άγνωστων γειτόνων σου είτε ανεβοκατεβαίνοντας τις απρόσωπες λεωφόρους της κοσμόπολης με τους φαντασμαγορικούς φωτισμούς, που αναβοσβήνουν τις αυταπάτες και γλυκοπικραίνουν τις ψευδαισθήσεις σου. Ξέρεις, όσο μπόρεσες να μάθεις κι όσο πρόλαβες να σκύψεις βαθιά μέσα σου, πως ζεις στο όνειρο των τεχνητών αστερισμών και των φευγαλέων κενόδοξων υποσχέσεων· χωρίς ν’ ανασκιρτάς από το δέος μιας πρωτόγνωρης θρησκευτικής συγκίνησης και χωρίς ν’ αναπάλλεσαι, πλημμυρίζοντας από το φως μιας υπερκόσμιας φωτοχυσίας.

Πώς ν’ αφουγκραστείς έτσι τα όσα δεν έπαψε να σου ιστορεί ο Κόντογλου μέσα από την αυθεντική ποιητικότητα των χριστουγεννιάτικων κραδασμών του: «Η φάτνη είναι η ταπεινή καρδιά, που μοναχά σ’ αυτή πηγαίνει και γεννιέται ο Χριστός. Η Εκκλησία μάς φωτοβολά μέσα στο χειμωνιάτικο σκοτάδι, γιορτάζοντας τη Γέννηση του Κυρίου. Από μέσα της ακούγεται μία υπερκόσμια υμνωδία, σαν εκείνη που ψέλνανε οι άγγελοι τη νύχτα που γεννήθηκε ο Κύριος, "ήχος καθαρός εορταζόντων"».

Κι αυτός ο ήχος των μυριόστομων αγγελικών φθόγγων, ανεβαίνοντας από την καρδιά τής καθ’ ημάς Ανατολής έως τα πέρατα του κόσμου, είναι που ηχεί πέρα από τα πεδία των μαχών και τα βάραθρα των πολεμικών αναμετρήσεων: «επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Σε άλλη γλώσσα αλλά στους ίδιους τόνους τον έκαμαν ύμνο και πράξη ζωής ένας Ινδός και μια Πακιστανή του φετινού Νόμπελ Ειρήνης. Κι εμείς οι όπου γης χριστιανοί και οι πιστοί της Ορθοδοξίας; Ώς πότε θα ξαναγεννηθούμε στη φάτνη της ταπείνωσης, της αγάπης και της ειρήνης; Ρωτούν επιτακτικά αυτά τα Χριστούγεννα.