Βιβλιοπαρουσίαση Victoria Hislop
Εμείς άλλο καταλάβαμε στις 467 σελίδες του νέου της «πονήματος»: «Το χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου» όχι, βέβαια, του Μάρκες, αλλά της δικής της υποβολιμαίας μεροληπτικής προπαγάνδας να δικαιολογεί και να δικαιώνει την τουρκική πλευρά
H Victoria Hislop, επιχειρώντας να στεριώσει άλλο ένα «ευπώλητό» της μυθιστόρημα, στοίχειωσε το φάντασμα της Αμμοχώστου, μη υπολογίζοντας πίσω από χρωματιστά γυαλιά ή τη «διόπτρα» της εκδοτικής της προβολής πως τούτο το φάντασμα έχει την ελληνική ψυχή της πόλης και καταδιώκει σαν ερινύα τούς εμποροκάπηλους και τους αδικητές της.
Ας μη μείνουμε όμως στο «εξώφυλλο του βιβλίου, που παρουσιάζει την παραλία της Αμμοχώστου», όπως εντυπωσιάστηκαν κάποιοι, χωρίς, προφανώς, να μελετήσουν, ως όφειλαν, το περιεχόμενό του, «διορίζοντας» τη συγγραφέα του «δήμαρχο» της πόλης μας. Ας δούμε, λοιπόν, χωρίς εθνικιστικές προκαταλήψεις εάν «εκ Ναζαρέτ [ή μάλλον εξ Αγγλίας] δύναταί τι αγαθόν είναι;», όπως και δεν προέκυψε από τον παλαιότερο συμπατριώτη της, ανθέλληνα και πράκτορα της αποικιοκρατίας, Λώρενς Ντάρελ, που πολύ μας πίκρανε με τα «Πικρολέμονά» του, πλην όμως βρήκε την απάντηση στις «Κλειστές Πόρτες» του Μόντη.
Φαίνεται, δυστυχώς, ότι ο κανόνας επιβεβαιώνεται διαχρονικά, εφόσον ο αυτοαποκαλούμενος εκείνος «πολίτης του κόσμου» και «ελληνολάτρης» του «Αλεξανδρινού Κουαρτέτου» και των «Ελληνικών νησιών» παρέδωσε τη σκυτάλη στη «φιλελληνίδα», όπως «χωρίς περίσκεψιν…χωρίς αιδώ» παρουσιάζεται η Ηislop. Κι ας διαδίδει ότι «Η Ανατολή» της προοιωνίζει την ανατολή μιας καινούργιας ζωής με την επιστροφή. Εμείς άλλο καταλάβαμε στις 467 σελίδες του νέου της «πονήματος»: «Το χρονικόν ενός προαναγγελθέντος θανάτου» όχι, βέβαια, του Μάρκες, αλλά της δικής της υποβολιμαίας μεροληπτικής προπαγάνδας να δικαιολογεί και να δικαιώνει την τουρκική πλευρά κάτω από το πονεμένο «story» της φιλίας μιας ελληνοκυπριακής και μιας τουρκοκυπριακής οικογένειας.
Ο σφαγιασμός της εισβολής και ο θάνατος της κατοχής, αν και είχε προαναγγελθεί μέσω του Νιχάτ Ερίμ από το 1956, κατά τη Ηislop, ως όψιμο φερέφωνο της Τουρκίας, ήταν επιβεβλημένος μετά το προδοτικό πραξικόπημα για τη διάσωση των Τουρκοκυπρίων από τα «αιμοσταγή» χέρια των Ελληνοκυπρίων και των Ελλαδιτών αξιωματικών της ΕΟΚΑ Β. Όπως συνέβη το 1964 «με τα περιστατικά βίας ανάμεσα στις δύο κοινότητες», σύμφωνα με την ίδια, και τον εξαναγκασμό των Τουρκοκυπρίων λόγω των επιθέσεων των Ελληνοκυπρίων να αποσυρθούν σε θύλακες, αφού «το σπίτι τους είχε γίνει στάχτη».
Αγνοεί τους ανηλεείς βομβαρδισμούς της Τηλλυρίας από την τουρκική αεροπορία, που σκότωσαν 55 Ελληνοκύπριους κάτω από τα ερείπια των σπιτιών τους; Και πώς συγκρίνονται οι απάνθρωπες δολοφονίες Τουρκοκυπρίων από δικούς μας στη Μάραθα με την εθνοκάθαρση της βάρβαρης τουρκικής εισβολής; Γιατί αποσιωπά το δάσος του εγκλήματος και σκοπίμως μεγεθύνει τα μεμονωμένα δέντρα; Η μέλισσα, τουτέστιν, της νεοφανούς ελληνικής μυθιστορίας, επικαλούμενη την καλβική «Βρετανική Μούσα» τού «εσπερίου σκότους», άφησε στην κερήθρα τής μελόπιτάς της όχι μέλι αλλά πικρό και πάλι δηλητήριο.
Η συνταγή, ωστόσο, της μελό-πιτας, προπαρασκευασμένης στα μαγειρεία της βρετανικής αλχημείας με μυρωδιές Ανατολίας, εκτελείται βάσει των προγενέστερων μυθιστορηματικών της προδιαγραφών: με τα ανοικονόμητα υλικά της επαναληπτικής λογόρροιας και μιας αδούλευτης απλοϊκής γλώσσας, της συνωθούμενης επίδειξης γνώσεων στο σκηνογραφικό υπόβαθρο των παράλληλων δρώμενων και των γνωστών τεχνικών της πλοκής της με τα κατά συρροήν συγκυριακά συναπαντήματα στους ίδιους δρόμους και στις ίδιες συνοικίες, στο ίδιο υπερπολυτελές ξενοδοχείο πριν και λίγο μετά την εισβολή, καθώς και στην ίδια ξένη χώρα της προσφυγιάς.
Αυτά όμως φαντάζουν παρωνυχίδες, καθώς το «σασπένς» των αναμενόμενων ανατροπών της και οι πραγματολογικές ανακρίβειες «μυθιστορηματική αδεία», μπροστά στην εσκεμμένως αντιθετική χαρακτηρολογία των ηρώων της: οι κακοί Ελληνοκύπριοι, όπως ενσαρκώνονται στο πρόσωπο του Δημήτρη, που δεν τον αθωώνει ο σκοτωμός του (από ποιους;), αφού ήταν αναμεμιγμένος σε επεισόδια στη Λευκωσία το 1964· του αδίστακτου αχρείου Μάρκου, που μετανιώνει για τη συμμετοχή του στον Αγώνα της ΕΟΚΑ, εγκαταλείποντας τις «ακραίες απόψεις του» για τη Ένωση, καταχράται με την απληστία του την εμπιστοσύνη του εργοδότη του και τον κατακλέβει, κάμνει ερωμένη τη γυναίκα του και τη βλέπει απαθώς να βιάζεται από Τούρκους στρατιώτες, ενώ συναλλάσσεται με υπόκοσμο στην εμπορία όπλων· στον αντίποδα ο ευγενικός και πονόψυχος Χουσεΐν, που σώζει με τη γενναιοψυχία του το βρέφος της ελληνοκυπριακής οικογένειας· ο θείος του Μάρκου, που σκοτώνεται στον Αγώνα, είναι ο βίαιος κτηνάνθρωπος, που κτυπά αλύπητα τη γυναίκα του και ο αδελφός του είναι μέλος της ΕΟΚΑ Β, που αν και αιχμάλωτος των Τούρκων αφήνεται ελεύθερος, ενώ το παιδί της τουρκοκυπριακής οικογένειας, μέλος της ΤΜΤ, δεν επιστρέφει.
Η σημειολογία, εντούτοις, προσώπων, γεγονότων και αλληγορικών υπαινιγμών δεν εξαντλείται εδώ: η φιλάρεσκη μοιχαλίδα Αφροδίτη-Κύπρος, η μάνα της με το σύνδρομο του ταξικού ρατσισμού και ο ζάπλουτος πλεονέκτης σύζυγός της τα χάνουν όλα, οιονεί τιμωρημένοι για τις νοοτροπίες και τις ατασθαλίες τους με τη φυγή τους από την Αμμόχωστο.
Μια φυγή, που την εξισώνει ανιστόρητα με την ανταλλαγή πληθυσμών στη Μικρά Ασία το 1923. Συμπάσχει, επίσης, με τη θλίψη του Χουσεΐν, που ζει κάτω από καταπιεστικούς περιορισμούς στην απαγορευμένη περιοχή του νησιού του και που δεν μπορεί να παίξει σε καμιά μεγάλη αθλητική διοργάνωση, αφού «το βόρειο τμήμα της Κύπρου δεν αναγνωρίστηκε από τη διεθνή κοινότητα».
Αλλά και για πολλά άλλα θλίβεται και διαμαρτύρεται η Αγγλίδα συγγραφέας όχι με φιλελληνικά, όπως διατυμπανίζει, αισθήματα. Αλίμονο σε μας, αν πουλήσει αυτό το μελανούργημά της τα εκατομμύρια αντίτυπα και αν προλάβει να μεταφραστεί σε πάνω από 20 γλώσσες, όπως τα άλλα της βιβλία. Να ’ναι σίγουρη τότε ότι η «Ωραία Κοιμωμένη», καθώς την αποκαλεί, θα ξυπνήσει από τον εφιαλτικό της ύπνο και χειρότερη από φάντασμα θα την καταδιώξει αμείλικτα.
Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή




