Δεν είναι μεταφορικός ο συσχετισμός. Κυριολεκτικά τον σηματοδοτεί η έκθεση του προϊόντος και σε κάποιες υπεραγορές τροφίμων. Η διαφορά έγκειται στον φραστικό προσδιορισμό της διαφημιστικής προβολής καθ’ υπαγόρευση υποβολιμαίων μηχανισμών «marketing».

Έτσι, από το υπόπτως εδώδιμο είδος «αγοραίας» κατανάλωσης στιγματίζεται κατ’ ευφημισμόν ως ευπώλητο «εύπεπτης» μαζικής κυκλοφορίας. Την επικερδή τους διάδοση στο πλατύτερο καταναλωτικό κοινό προωθεί η δελεαστική συσκευασία στα πρώτα με τις αναγραφόμενες προδιαγραφές επώνυμης ή παρεπώνυμης σήμανσης και η εξωτερική εμφάνιση με τις ενδεικτικές πλην ηχηρές οπισθόφυλλες συστάσεις στο δεύτερο.

Οι εύγλωττες εικόνες παραπέμπουν σε παρεμφερείς Πλατωνικούς συνειρμούς: «Τα τρόφιμα και τα ποτά μπορεί, άμα τα αγοράσεις από τον κάπηλο ή τον έμπορο, να τα πάρεις μέσα σε χωριστά αγγεία και, πριν τα βάλεις στο σπίτι σου και, καλώντας τον έμπειρο γι’ αυτά, να τον συμβουλευτής τι πρέπει να φας ή να πιης και τι όχι και πόσο και πότε· έτσι η αγορά τους δεν έχει μεγάλο κίνδυνο. Τα μαθήματα όμως δεν είναι δυνατό να τα βάλεις σε χωριστό δοχείο και να τα πάρεις· είναι ανάγκη, αφού καταβάλεις την τιμή, να πάρεις το μάθημα μέσα στην ίδια σου την ψυχή και μαθαίνοντάς το να φύγεις, με τη ζημιά μέσα σου κιόλας ή την ωφέλεια» (Πρωταγόρας, 314a-b).

Αν τα «σιτία» και τα «ποτά» στο παράθεμα, ευστόχως, παραλληλίζονται με τα «μαθήματα», ο συνοπτικός όρος αμφοτέρων ως «αγωγίμων», χωρίς υπαινιγμούς διδακτισμών και σχολικών αναγωγών, θα μπορούσε να παραβληθεί με την ψυχαγωγία του μυθιστορήματος, τουτέστιν τη μυθιστορηματική αγωγή ή μυθοπλαστική συμπαιδαγωγία συγγραφέως-αναγνώστη στην αμφίδρομη διαδραστική τους σχέση ανέλιξης.

Το ερώτημα, ωστόσο, που εξακολουθεί να τίθεται, άμεσα συναρτημένο με τους νόμους της, κατ’ εξοχήν, υπό κρίση σήμερα βιβλιαγοράς είναι αν επιδιώκεται μέσω του πλέον αυτού αναγνωστικού είδους μια ψυχαγωγία αισθητικής καλλιέργειας και γνωστικής αφύπνισης ή αν η βαυκαλιστική παραμυθία μελοδραματικών συγκινήσεων και η έξαρση αισθησιακών κινήτρων θηρεύει την εφήμερη ευκολογραφία μιας επίπλαστης διασκέδασης· προσθέτοντας, επιπλέον, τη σκοπίμως επιχειρούμενη υποβολή ιδεοληπτικών απόψεων και πολιτικών ιδεολογημάτων μιας άνωθεν συγγραφικής στράτευσης.

Ομολογουμένως, οι εξαιρέσεις όχι μόνο των καθαρών χαρισματικών γραφίδων, αλλά και των υψηλών απαιτητικών τους αναζητήσεων επιβεβαιώνουν τον κανόνα της «αβάσταχτης ελαφρότητας» ενός παρακμιακού μυθιστορηματικού γίγνεσθαι. Τόσο, που στις κατακλυσμιαίες εκδόσεις της σύγχρονης ελληνικής μυθιστοριογραφίας ενός ποικιλώνυμου ειδολογικού φάσματος, χωρίς στεγανές οριοθετήσεις αμιγούς θεματογραφίας, να επιτείνεται η αίσθηση της επαναληπτικής αντιγραφής στερεοτύπων και της αναπαραγωγικής εκβιομηχάνισης.

Η κατ’ απομίμηση ομογενοποίηση θεματικών πυρήνων και εκτύλιξης πλοκών, λεκτικών σχημάτων, αφηγηματικών τρόπων και δομικών τεχνικών δεν σχετίζονται με την Αριστοτελική «μίμησιν πράξεως σπουδαίας και τελείας». Χωρίς τους αρμούς της γραμματολογικής παράδοσης και έστω την ελάχιστη αντίληψη παλαιότερων ρευμάτων και νεότερων τεχνοτροπιών της παγκόσμιας εργογραφίας του είδους, οι περισσότεροι τίτλοι, εμφανώς, αφηγούνται παρόμοιες ιστορίες ή σε παραλλαγές μεγαλύτερων αποκλίσεων δεν αποτυπώνουν τη σφραγίδα της αυθεντικής ιδιαιτερότητας.

Αδέξιοι τεχνίτες όχι, απλώς, του αφηγηματικού, αλλά, κυρίως, του επικοινωνιακού λόγου και αδυνατώντας να διαχειριστούν με την πειθώ μιας εύληπτης αναπαραστατικότητας και την ευρηματικότητα ευφάνταστων συλλήψεων, δεν ζωντανεύουν μήτε τη χαρακτηρολογία των ηρώων τους μήτε ανεβάζουν τον «παρόμοιο αναγνώστη» στην κορύφωση των δρώμενων.

Οι σελίδες τους, και αν ανασαίνουν και αν εμπνέονται κάπου, τις περισσότερες φορές παραμένουν ξέπνοες και άψυχες. Είτε σε ευθύγραμμη γραφή είτε με εγκιβωτισμούς και αναδιηγηματικές αναδρομές το επίδοξο συγγραφικό σκάφος αν δεν θα έχει άδοξα καταποντιστεί, θα τραβήξει για την άγονη γραμμή της απομόνωσης και στην καλύτερη περίπτωση βρίσκοντας το μήνυμα της περισυλλογής από «μια μποτίλια στο πέλαγο»: ν’ ανακαλύψει τη δική του μυθιστορηματική «terra incognita», μεταπλάθοντας το απροκάλυπτο σε κρυπτικό και μεταμορφώνοντας το αναμενόμενο σε απροσδόκητο ή σε μεγάλες προσδοκίες ανατροπών και μελλοντικών εξελίξεων.

Κοντολογίς, τόσο ο συγγραφέας, πρώτιστα, όσο και ο συν-αναγνώστης δεν θα πρέπει σε άλλο να στοχεύουν από εκείνο που με την πείρα της αποφθεγματικής του σοφίας σημειώνει ο Κούντερα στην «Τέχνη του Μυθιστορήματός» του: «Ομορφιά στην τέχνη: φως του άρρητου που ανάβει ξαφνικά. Αυτό το φως που εκπέμπεται από τα μεγάλα μυθιστορήματα, ο χρόνος δεν φτάνει να το σκιάσει, γιατί, καθώς η ανθρώπινη ύπαρξη αενάως ξεχνιέται από τον άνθρωπο, οι ανακαλύψεις των μυθιστοριογράφων, όσο γερασμένες κι αν είναι, δεν μπορεί ποτέ να πάψουν να μας εκπλήσσουν».