Βιβλιοπαρουσίαση Κωστή Κοκκινόφτα
Μία επιπλέον σημαντική συνεισφορά στις πολύτιμες εκδόσεις του Κέντρου Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου
Αλγεινό αίσθημα προκαλεί η διένεξη π. Ιωάννη-κατοίκων Ριζοκαρπάσου και Αρχιεπισκοπής…
Ανάμεσα στις εμπεριστατωμένες πραγματείες και τις ενδιαφέρουσες επιστημονικές μελέτες του εμβριθούς ερευνητή Κωστή Κοκκινόφτα εξέχουσα θέση κατέχει το υπό τον ανωτέρω τίτλο έργο του, ως μία επιπλέον σημαντική συνεισφορά στις πολύτιμες εκδόσεις του Κέντρου Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου.
Ο ευρετηριασμένος και υπομνηματισμένος τόμος αποθησαυρίζει με εύληπτη περιεκτικότητα στις 363 του σελίδες έγκυρες καταγραφές της λόγιας και της λαϊκής μας γραμματείας, με την επισύναψη μιας πλειάδας αριθμημένων εγγράφων και δημοσιευμάτων, σχετικών με το περιώνυμο τούτο προπύργιο της εκκλησιαστικής παράδοσης και της ελληνορθόδοξης πίστης μας.
Το βιβλίο ήλθε στο φως το 2009 επ’ ευκαιρία της συμπλήρωσης εκατόν χρόνων από την εκδημία του νέου κτήτορος της μονής, πατρός Ιωάννη Νικόλα Διάκου, ο οποίος «με συστηματική προσπάθεια και σκληρή εργασία» την ανέδειξε «σε παγκύπριο προσκύνημα», αποβαίνοντας μετά την τουρκική εισβολή σύμβολο αγώνα για επιστροφή, όπως συναφώς τονίζεται τόσο στον χαιρετισμό του Μητροπολίτη Κύκκου και Τυλληρίας κ. Νικηφόρου όσο και στον πρόλογο του συγγραφέως.
Ανασκοπώντας σημειολογικά το πρώτο εκτενέστερο μέρος, συνοψίζουμε τα όσα προϊδεαστικά μάς υπενθυμίζουν τα δύο αρχικά κεφάλαια γύρω από την τοπιογραφική φυσιογνωμία του Ακρωτηρίου του Αποστόλου Ανδρέα και την παλαιότερη ονοματολογική της ταυτότητα ως «βοός ουρά», τη γνωστή παράδοση της εδώ άφιξης του Πρωτοκλήτου και την επιτέλεση θαυμάτων, που αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης λαϊκών ασμάτων, όπως και την απαρίθμηση μοναστικών και εκκλησιαστικών κτισμάτων στις τουρκοκρατούμενες και ελεύθερες περιοχές. Η σύνδεση της περιοχής, επίσης, με την ύπαρξη ομώνυμου ναού ή Μονής από τα βυζαντινά χρόνια ανευρίσκεται στα οδοιπορικά ξένων περιηγητών, όπως και σε μεσαιωνικούς χάρτες με την ενδεικτική απεικόνιση, που εμφαίνει την από αιώνων εύφημη μνεία του προσκυνήματος.
Αξιοπρόσεκτες πληροφορίες, ωστόσο, κομίζουν τα επόμενα κεφάλαια, που εξιστορούν τις δοκιμασίες του βίου, τα θεάρεστα έργα και τις ακαταπόνητες ημέρες του πατρός Ιωάννη και που συνάπτονται άμεσα με την «επανίδρυση της μονής». Μετά την επιστροφή στη γενέτειρά του το Ριζοκάρπασο από τον Κύκκο, όπου εγκαταβίωσε και μαθήτευσε στην εκεί Ελληνική Σχολή, ανέλαβε το δύσκολο εγχείρημα της ανέγερσης νέου ναού πλησίον του παλαιού, διενεργώντας εράνους από τα γύρω χωριά μέχρι τα παράλια της Μικράς Ασίας
. Με την οικονομική ενίσχυση του Πάφιου Κωνσταντίνου Μαυρομμάτη, εγκατεστημένου στη Μερσίνα, και παρά τις αρχικές ενστάσεις του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Α΄, κατάφερε να αποπερατώσει τον ναό, που εγκαινιάστηκε στις 15 Αυγούστου 1867 από τον Αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο, προχειρίζοντας τον σεβαστό του κτήτορα σε Οικονόμο.
Εν συνεχεία, περιγράφεται τόσο η ιστορία της ανέγερσης και της αρχιτεκτονικής του παλαιού ναού του 15ου αιώνα, του λαξευμένου σε βράχο και αναπαλαιωμένου το 1940 λόγω θαλάσσιας διάβρωσης, όσο και του νέου με λεπτομερέστερες οικοδομικές επεξηγήσεις ως προς την εσωτερική διαρρύθμιση και τα παρακείμενα εξωτερικά του κτίσματα.
Μετά την περιγραφή και την εξαγόμενη σύγκριση στοιχείων ναοδομίας μεταξύ του παμπάλαιου και του νεότερου οικοδομήματος, επισημαίνουμε, ακολούθως, ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις δραστηριότητες της μονής περί τα τέλη του 19ου αιώνα, τους ευρύχωρους ξενώνες και τις αυτοτελείς κατοικίες που διέθετε, καθώς και την υποδειγματική διεύθυνσή της από τον π. Ιωάννη, ούτως ώστε από μερικές εκατοντάδες περίοικων προσκυνητών να φτάσει να φιλοξενεί μέχρι και έξι χιλιάδες απ’ όλα τα μέρη της Κύπρου.
Σύμφωνα, όμως, με εύγλωττες αναφορές και γλαφυρές ταξιδιωτικές εντυπώσεις, που διέσωσαν επισκέπτες-προσκυνητές, όπως περιλαμβάνονται σε επόμενες σελίδες, η μονή είχε αποκτήσει τη μεγαλύτερη αίγλη της στις αρχές του 20ού αιώνα με τη βελτίωση των μέσων συγκοινωνίας, αλλά, πρωτίστως, με τη διάδοση των πολλών θαυμάτων του θαυματουργού Αποστόλου τόσο σε Χριστιανούς όσο και σε Μουσουλμάνους, που εξίσου τον τιμούσαν ως προσκυνητές.
Στη διάδοση αυτή συνέβαλαν, κατ’ εξοχήν, και οι ποιητάρηδες, τα ονόματα των οποίων και οι τίτλοι των τραγουδιών τους περιλαμβάνονται σε ξεχωριστό κεφάλαιο. Αλγεινό, εντούτοις, αίσθημα προκαλεί «η διένεξη π. Ιωάννη-κατοίκων Ριζοκαρπάσου και Αρχιεπισκοπής», η οποία κατέληξε στο δικαστήριο λόγω διαφορών διεκδίκησης της Μονής μεταξύ της εκκλησιαστικής επιτροπής της κωμόπολης και του κτήτορος με τα καθ’ ύλην αρμόδια μέλη της Αρχιεπισκοπής να τάσσονται στο πλευρό του.
Οι διαφωνίες συνεχίστηκαν και μετά τον θάνατό του με την αλληλοδιαδοχή μιας σειράς ηγουμένων. Αυτό δεν εμπόδισε, βέβαια, τη συνέχιση και την αύξηση της φήμης της μονής, αποκτώντας, έτσι, μεγάλη περιουσία, που αξιοποίησε, επωφελώς, είτε προσφέροντας στους αγώνες του έθνους είτε συμβάλλοντας ως μέγας ευεργέτης στην ίδρυση και την ανάπτυξη των σχολείων του Ριζοκαρπάσου.
Το τελευταίο κεφάλαιο, που αναφέρεται στη σημερινή κατάσταση της Μονής και την εσπευσμένη ανάγκη συντήρησής της, ηχεί ως προανάκρουσμα των εργασιών αναστήλωσης, που, ευτυχώς, άρχισαν ήδη να πραγματοποιούνται. Η ευχή όλων είναι να τη δούμε να ζωντανεύει σε ελεύθερο παγκύπριο προσκύνημα, όπως τις παλιές καλές εποχές, που ξαναζούμε μέσα από το ευανάγνωστο και αξιέπαινο πόνημα του Κωστή Κοκκινόφτα.
Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή




