Η πέμπτη εποχή ή συνομιλία μ’ ένα κοχύλι

Μήπως στον Ησιόδειο αντίποδα ο ποιητής προοιωνίζεται το υπερχρονικό επέκεινα των τεσσάρων εποχών του χρόνου στην αντιστικτική σύνθεση της ιδεο-ποίησής τους καταπώς ενοραματικά το ευαγγελίζεται ο Ελύτης;

Όσες, εντούτοις, κι αν είναι οι Ελυτικές ή άλλες γόνιμες επιδράσεις στην ποίηση και την ποιητική του, ο Χατζηθωμάς, ανοίγοντας τα δικά του παράθυρα…


Στην απογραφή της εργογραφικής περιουσίας του Ανδρέα Χατζηθωμά εξέχουσα θέση κατέχουν οι τρεις ποιητικές του συλλογές, που εκτείνονται στο διάστημα μιας τριακονταετίας: από το 1981 με τις «…Στιγμές», τις ομώνυμες αλλά και ετερώνυμες των Μοντικών «Στιγμών», «Εγώ η Πέτρα…», ήτοι το γηγενές υπαρξιακό φορτίο, που έχει κομίσει το 2008 μέσω της μετωνυμικής ποιητικής του ταυτότητας και που επαξίως τιμήθηκε με το Βραβείο Κ. Μόντη, έως την πιο πρόσφατη το 2012 υπό τον ανωτέρω τίτλο.

Ποια είναι, ωστόσο, αυτή «η πέμπτη εποχή» του επίτιτλου και πώς προσλαμβάνεται ο διαζευκτικός οιονεί υπότιτλος «ή συνομιλία μ’ ένα κοχύλι» του ποιητή; Tόσο από την, ευστόχως, προϊδεαστική φιλοτέχνηση του εξωφύλλου του βιβλίου όσο και από τους ομότιτλούς του στίχους-κλειδιά στα συμφραζόμενα ορισμένων ποιημάτων, καθώς και από τους εναρκτήριους έως τους ακροτελεύτιους στίχους των ανέντιτλων ποιητικών επιμέρους «συνομιλιών», δεν θα μπορούσε να απηχεί το πέμπτο σιδηρούν γένος του Ησιόδου με την άκρως προφητική σήμερα επαλήθευση της φαντασιακής πεσιμιστικής του επινόησης.

Μήπως στον Ησιόδειο αντίποδα ο ποιητής προοιωνίζεται το υπερχρονικό επέκεινα των τεσσάρων εποχών του χρόνου στην αντιστικτική σύνθεση της ιδεο-ποίησής τους καταπώς ενοραματικά το ευαγγελίζεται ο Ελύτης;: «Δίχως μήνες και χρόνοι να λευκαίνουν το γένι τους, με / το μάτι εγύριζαν τις εποχές, ν’ αποδώσουν στα πράγ- / ματα το αληθινό τους όνομα». Ή μήπως μας προσανατολίζει στην πέμπτη ενότητα των «Προσανατολισμών» του Νομπελίστα ποιητή μας «Παράθυρα προς την πέμπτη εποχή»;

Όσες, εντούτοις, κι αν είναι οι Ελυτικές ή άλλες γόνιμες επιδράσεις στην ποίηση και την ποιητική του, ο Χατζηθωμάς, ανοίγοντας τα δικά του παράθυρα, καταφέρνει όχι μόνο να συνομιλήσει «μ’ ένα κοχύλι», αλλά και μαζί μας με την αμεσότητα του πρώτου και την εναλλαγή του δευτέρου προσώπου, καθώς και την τριτοπρόσωπη υποβλητικότητα της ευρηματικής συμβολιστικής του εικονοπλασίας.

Όχι μέσα από ετερόκλητα και ποικιλόθεμα ποιήματα μιας «φυγόκεντρης» συλλογής, αλλά επικεντρώνοντας τα μαστορικά του σύνεργα σε ένα ποίημα «εν προόδω», παρά την αυτοτελή ολοκλήρωση της κάθε «συνομιλίας» στους ολιγόστιχους, πλην εύλαλους φθόγγους μιας ηδυσμένης καλλιέπειας. Μήτε είναι τυχαίο που ως ποιητική περσόνα της ερωτικής συνομιλίας, της δικής του και της δικής μας, επιλέγει απ’ όλα τα πλάσματα της θαλασσοπανίδας το ελικοειδές οστρακόδερμο με τους άπειρους αλληγορικούς του συμβολισμούς, ταυτίζοντάς το με τους αισθαντικούς κραδασμούς του ψυχισμού του και τις δημιουργικές του συλλήψεις.

Το βλέπουμε να αναδύεται από τη σπειροειδή του κόγχη και αφουγκραζόμαστε από τα βάθη του τη φωνή του ποιητή, που το καλεί σε μιαν άλλη «πέμπτη εποχή»: «Ξεπήδησες από σκοτεινή σπηλιά / και ντύθηκες γαλάζιο φως / για να πορευθείς / ανάμεσα στις ράγες / μιας πέμπτης εποχής». «Ρόδα ακτινωτή / σε τέθριππο άρμα / ακολουθεί την πορεία / της πέμπτης εποχής». «Μικρό ισόβιο κοχύλι / μια πέμπτη εποχή / σαν έξαρση…/ διεγείρει την αίσθηση της ηδονής / […] / Μια πέμπτη εποχή / σαν λύτρωση […] ιερουργεί / τη ζώσα ουσία της ηδονής». Οι τελευταίοι στίχοι συνδηλώνουν την αμφισημία της ερωτικής αισθησιακής αναζήτησης και της λυτρωτικής συναισθηματικής αυτοπραγμάτωσης στην εκστασιακή «πέμπτη εποχή» της «ενύπνιας πλησμονής», αποτυπώνοντας συνεκδοχικά τον θεματικό πυρήνα της διαλεκτικής συνάρθρωσης των ποιημάτων.

Έτσι, το ένα πολυεπίπεδο κοχύλι συσπειρώνει στις πολλαπλές κρυπτικές του αναδιπλώσεις ή «στο λαβύρινθο της σιωπής» τούς πολυπρόσωπους προσδιορισμούς της πεμπτουσίας του, όπως κατά σειράν τους αποσπούμε: γυμνό, άσπιλο, αμόλυντο, ηδονικό, αγιασμένο, φιλοτάξιδο, μάργαρο, φεγγερό, υπερούσιο, εύξεινο, έκπαγλο, ερατεινό, φώσφορο, προμηθεϊκό, εύδιο, ισόβιο κοχύλι. Σημαδιακός ο τελευταίος εννοιολογικός συμβολισμός, εφόσον «ισόβια» συνομιλεί με τον ποιητή, για να του αποκαλύψει τον θαυμαστό κόσμο της θάλασσας και την ερωτική της μυθολογία, που αντικατοπτρίζει την ίδια τη ζωή: πολυτάξιδες γοργόνες και μέδουσες, ιππόκαμπους και αχιβάδες, ιχθυόμορφες θεότητες και την εύπλοια Αφροδίτη, κοραλλένιους ύφαλους, δελφίνια και πλοκάμια χταποδιού, αστερίες, ναυτίλους, νύμφες διάφανες, Δαναΐδες, Νηρηίδες και θαλασσοπούλια.

Η ποιητική αυτή κατάθεση του Ανδρέα Χατζηθωμά στην αγία τράπεζα του έρωτα, που αφιερώνει στη γυναίκα του, καταφάσκει τη ζωή και την κοινωνεί των αχράντων μυστηρίων, μεταδίδοντάς μας τη με την τελετουργία μιας υψηλής ποίησης. Παραθέτουμε επιλογικά ένα ελάχιστο δείγμα της: «Μικρό φώσφορο κοχύλι / τρικάταρτο σκαρί / κρατάει / στο εωθινό των ματιών σου / την αγρύπνια μου. / Εσύ, εγώ και το φεγγάρι / ένα τρίγωνο / λευκό πανί / που ταξιδεύει / στο θάλπος των ματιών σου / ξορκίζοντας την απουσία».

Ένα κοχύλι-σκαρί στο κυπριακό ποιητικό νηολόγιο, που ταξιδεύει με πρίμο αγέρι από τα «νερά της Κύπρου» σε ανοικτές ελληνικές θάλασσες.

Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή