Κυρία Εξουσία!
Καθώς βλέπεις, δεν σε προσφωνώ μήτε «έντιμη» μήτε «αξιότιμη», διότι εξ ορισμού ο έκπαλαι βίος και η πολιτεία σου δεν συνάδουν με το ήθος μιας τέτοιας αποτίμησης. Αλλά ούτε «αγαπητή» ή «φίλη» σε προσαγορεύω, επειδή η εμπιστοσύνη στις μεταξύ μας σχέσεις έχει προ πολλού κλονιστεί, για να εμπνέει τη φιλότητα της αγάπης.
Κάθε άλλο, εφόσον γύρω σου ολοένα και σφίγγει ο κλοιός της φαυλότητας, της εξαθλίωσης και της κακοδαιμονίας. Για την ακρίβεια, σε έχουν οδηγήσει στη μέγγενη της μηδενιστικής απαξίωσης, στραγγαλίζοντας κάθε σου κατάλοιπο αξιοπρέπειας και αξιοπιστίας οι επώνυμοι αυτουργοί της προσωποποίησης και οι φερώνυμοι συνεργοί της ταυτοπροσωπίας σου: επιτήδειοι μάγοι και ύπουλοι Ιανοί της σοφιστείας, σαλτιμπάγκοι τσαρλατάνοι και άρπαγες, καταχραστές και απατεώνες, της σήψης και διαφθοράς ολετήριοι αγύρτες, της μέθης και της αλαζονείας ηγεμόνες, δήμιοι, δημαγωγοί και δημαρχόντοι, που εσύ, ωστόσο, ω πονηρά και αενάως υποκρινομένη Εξουσία, εξέθρεψες και συντηρείς με συστημική μέθοδο εγγενούς αναπαραγωγής, «ευτελείς συνήθειες» και αόρατους μηχανισμούς ολιστικής μηχανορραφίας.
Αδυνατείς να μ’ αναγνωρίσεις, προφανώς, καθώς τα αισθητήριά σου έχουν στομώσει κι έτσι όπως μ’ έχουν ασκημίσει ο θυμός και η οργή απ’ το φέρσιμό σου. Κι έχω τη βάσιμη υποψία πως δεν θ’ αφουγκράζεσαι τη ραγισμένη φωνή μου από τις στήλες των εφημερίδων μαζί με το SOS μιας απεγνωσμένης κραυγής στις ραδιοτηλεοπτικές μου παρεμβάσεις, που ξεχειλίζει από αναπάντητα ερωτηματικά, παράπονα αγανάκτησης και διαμαρτυρίας. Την άλλη αυτή εξουσία επικαλούμαι, όταν νιώθω ότι δεν γίνεται φερέφωνο αργυρώνυτης συμπολίτευσης ή αντιπολίτευσης λαϊκισμού.
Εκτός, βέβαια, από μερικές ομαδικές ή κλαδικές διαδηλώσεις, στους δρόμους δεν έχω βγει μαζικά μετά το Μαρί, για να μη σου δημιουργήσω πρόβλημα, μιας και ήσουν στον αναπνευστήρα της τροϊκανής σου στήριξης.
Τι να σου κάμει, εξάλλου, ένα κοπάδι κουρεμένα πρόβατα και σε ποια ώτα μη ακουόντων να υψώσει το σκυμμένο του κεφάλι; Μοιράζομαι, εντούτοις, τις τωρινές σου έγνοιες για εκποιήσεις, ανεργίες, αναμενόμενες δόσεις και τουρκικές προκλήσεις. Σίγουρα κατάλαβες ότι είμαι όχι ο περιούσιος, αλλά ο ταλαίπωρος και άμοιρος λαός σου, που αδημονεί πλέον για τον επιούσιό του. Και δεν ξέρω, στ’ αλήθεια, ποιον απ’ τους δυο να λυπηθώ. Εσένα για την αναπολόγητη κατάντια σου ή εμένα για το αλόγιστο κατάντημά μου;
Και πώς να σου μιλήσω, με ποια στερνά μου λόγια να σε προειδοποιήσω, τώρα που η ανάσα μου ξέπνοη έχει παγώσει κάτω από τη χιονοστιβάδα των τόσων παραλείψεων και ατοπημάτων μου, μα και μιας σωρείας δικών σου σκανδάλων και επαίσχυντων εγκληματικών ενεργειών;
Και όμως, ο ψυχοθεραπευτής, στον οποίο έχουν και εξ υπαιτιότητάς σου καταφύγει χιλιάδες συμπατριωτών, επιμένει να σου απευθύνω τα όσα εξ αναβολής όφειλα να σου πω, κρυμμένος πίσω από το χτεσινό βόλεμα της επίπλαστης ευμάρειας, της ατομικιστικής αδιαφορίας και της ασύγγνωστης ολιγωρίας μου. Ιδού μια πρώτη συνοπτική ομολογία αναγνώρισης λαθών και αδρομερής καταγραφή των δικών μου αμαρτημάτων. Αν και ως «ο κυρίαρχος λαός» θα απαιτούσα εδώ και τώρα διορθωτικές αλλαγές στον εκλογικό σου νόμο, λαϊκές εντολές και δημοψηφίσματα για αμεσότερη συμμετοχή και συνευθύνη στα της πολιτείας σου δρώμενα, στα θετικά ή αρνητικά σου πρόσημα.
Εσύ, λοιπόν, ω Εξουσία, από τα κατώτερα ώς τα ανώτερά σου δώματα, τις τρισυπόστατες κεντρικές συντεταγμένες μέχρι τις περιφερειακές δομές της τοπικής σου αυτοδιοίκησης, τα θεσμικά σου όργανα, το νομικό καθεστώς και τις ευρωπαϊκές σου οδηγίες πώς επέτρεψες τέτοιες απανωτές ατασθαλίες συγκεκαλυμμένων αδικημάτων και επτασφράγιστων μέχρι χτες πλημμελημάτων από πρώην και νυν αξιωματούχους σου;
Κακοφορμίζουν οι πληγές κι οι φλέβες φουσκώνουν στα μηνίγγια στο άκουσμα ανήκουστων ανοσιουργημάτων: κατάρρευση και εκποίηση τραπεζών, θαλασσοδάνεια σε ημέτερους επιχειρηματίες, αστρονομικά επιδόματα, φοροδιαφυγές, μίζες και υπεξαιρέσεις κοινωνικών και κοινοτικών ταμείων, ποικιλώνυμες απάτες δημοσίων και ημικρατικών λειτουργών, παλαιότερες και πρόσφατες διελκυστίνδες Προεδρικού και Κεντρικής Τράπεζας. Κατά τα άλλα, η μέλλουσα πολιτιστική πρωτεύουσα ποιον πολιτισμό κομίζει στην Ευρώπη με τον πρώτο της άρχοντα ν’ αμαυρώνει την ομορφιά της θεάς της;
Πού ήταν, λοιπόν, Εξοχοτάτη Εξουσία, οι προληπτικοί σου μηχανισμοί επαγρύπνησης και ελέγχου; Δεν είναι, όπως ξέρεις, ο Επιμηθέας, αλλά ο σοφός Επιμενίδης, που καθαίρει το Κυλώνειον άγος, όπως ο Ηρακλής με τους άθλους του, καθαρίζει την Κόπρο του Αυγεία και εξοντώνει τη Λερναία Ύδρα. Δεν χωρούν άλλα τέρατα μπροστά στο θηρίο της οθωμανικής απειλής.




