Βιβλιοπαρουσίαση Αλεξάνδρας Πατρόκλου
Αληθινές Ιστορίες
Πιστεύω πως ό,τι γράφω είναι μέσα από την έκθεση της ψυχής μου, που σ’ αυτό το άψυχο χαρτί μεταμορφώνεται σε καθρέφτη…
Χαίρομαι όταν διαβάζοντας μαθαίνω από εκείνους που όχι μόνο έχουν τόσα πολλά και αληθινά να πουν, αλλά και με την αμεσότητα μιας πηγαίας βιωματικής έκφρασης καταφέρνουν να τα μοιραστούν με τον αναγνώστη.
Ο λόγος για το βιβλίο τής πρώην δεσμοφύλακα και αρχιδεσμοφύλακα Αλεξάνδρας Πατρόκλου, που κυκλοφόρησε με επιτυχία σε ιδιωτική έκδοση το 2010 και όπου σημειώνει στον πρόλογό της: «Τα όσα γράφω δεν αναφέρονται σε πλάσματα που σκάρωσα στο μυαλό μου, αξιοθρήνητα και αλλόκοτα ανθρωπάκια. [...] Πιστεύω πως ό,τι γράφω είναι μέσα από την έκθεση της ψυχής μου, που σ’ αυτό το άψυχο χαρτί μεταμορφώνεται σε καθρέφτη…». Ή και παρεμφερώς με την ποιητική γλώσσα του Σεφέρη: «Κάποτε συλλογίζομαι πως τούτα εδώ που γράφω δεν είναι άλλο παρά εικόνες που κεντούν στο δέρμα τους φυλακισμένοι…».
Ένας καθρέφτης, ωστόσο, ή ένα ανεξίτηλο σαν τατουάζ κέντημα, που παραμερίζοντας τις όποιες γλωσσικές αδυναμίες, ζωντανεύει παραστατικά τη ρέουσα αφήγηση και σηματοδοτεί σκέψεις, προβληματισμούς και μηνύματα γύρω από ένα τόσο νευραλγικό θέμα. Με την ένταση κινηματογραφικής προβολής και την αίσθηση υποβλητικής σκηνικής δραματοποίησης, στα συγκλονιστικά δρώμενα πρωταγωνιστούν φυλακισμένες γυναίκες από κάθε σημείο της γης, στήνοντας πίσω από τα σίδερα των κυπριακών φυλακών τις δικές τους διαφορετικές ιστορίες με την πλοκή μυθιστορήματος, που όλες μαζί συνθέτουν μιαν από τις οδυνηρότερες αθέατες τραγωδίες του καιρού και του τόπου μας.
Σχολιάζοντας, εκ προοιμίου, τον τίτλο, θα επισημαίναμε ότι τα «37 χρόνια» της ευδόκιμης υπηρεσίας της Αλεξάνδρας Πατρόκλου, με την αφειδώλευτη προσφορά του επαγγελματικού της ζήλου ως υπεύθυνης στη γυναικεία πτέρυγα των φυλακών, σημάδεψαν την προσωπική και οικογενειακή της ζωή, όπως και τα τραγικά γεγονότα από το πραξικόπημα και την εισβολή, μαζί με τις έκρυθμες καταστάσεις στις γειτονικές μας χώρες δεν άφησαν ανεπηρέαστη την καθημερινότητα πίσω από τα «κάγκελα».
Εντούτοις, η συγγραφέας μέσα από τις 350 σελίδες του βιβλίου της, που διανθίζονται από εποπτικό υλικό με αναμνηστικές φωτογραφίες, ευχαριστήριες κάρτες και εικαστικές δημιουργίες των κρατουμένων, δεν παραλείπει να σκιαγραφήσει τα πρώτα νεανικά της χρόνια, καθώς και τις μακρινότερες μνήμες στο ξεκίνημα της σταδιοδρομίας της. Τότε, που μέχρι το 1970 υπήρχαν μόνο δύο γυναίκες δεσμοφύλακες και ο αριθμός των κρατουμένων γυναικών δεν υπερέβαινε τις έξι. Θυμάται ακόμα τις καινοτομίες για τις ανθρωπινότερες συνθήκες διαβίωσης και υγιούς απασχόλησης των κρατουμένων σε εκσυγχρονισμένα εργαστήρια, που είχε επιφέρει ο αείμνηστος Διευθυντής Κώστας Χρήστου. Δεν αποφεύγει, επιπλέον, να αναφερθεί με πικρία στη στάση των ανδροκρατούμενων φυλακών, σε συνωμοσίες και αδικίες προϊσταμένων εις βάρος της σε θέματα διαπροσωπικών σχέσεων και προαγωγών.
Με ιδιαίτερη συγκίνηση, όμως, μέσα από τους εξομολογητικούς τόνους μιας αισθαντικής περιγραφής, ακολουθούμε το νήμα των ζωηρών αναμνήσεων και των βιωματικών της εμπειριών, καθώς το ξετυλίγει από κελί σε κελί, στο γραφείο της, στην αυλή και σε άλλους χώρους της πτέρυγας. Εκεί όπου ο πόνος με τις πρωτεϊκές μορφές και τα ετερόκλητα πρόσωπα των εγκάθειρκτων γυναικών σμίγει με τα δικά της αισθήματα ηθικής συμπαράστασης, ολόπλευρης ψυχολογικής στήριξης και σωστής διαπαιδαγώγησης, θέτοντας εξ αρχής πάνω από το στενό επαγγελματικό καθήκον το ανθρωπιστικό λειτούργημα.
Στρέφοντας την προσοχή τους στην κηπουρική και τη ραπτική, και πρωτοστατώντας στη δημιουργία εκθέσεων χειροτεχνίας, ενίσχυε σημαντικά το ταμείο ευημερίας κρατουμένων, μα και συνέβαλλε καταλυτικά στην εργασιοθεραπευτική τους αγωγή.
Ήταν όχι η δεσμο-φύλακας, αλλά η φύλακας-άγγελος μιας άλλης Μήδειας βρεφοκτόνου, για να εκδικηθεί τον βίαιο σύζυγό της και μιας παράφορα ερωτευμένης γυναίκας - ανδροκτόνου, αλλοδαπών γυναικών που διακινούσαν ή έκαναν χρήση ναρκωτικών και αθώων κοριτσιών - θυμάτων στα δίκτυα ναρκεμπόρων ή άσπλαχνων γονέων. Γυναικών, επίσης, πυρομανών και με ανώμαλο ψυχισμό, με τάσεις αυτοκτονίας, ομοφυλοφιλίας και ελευθερίων ηθών, αλλά και συνειδητοποιημένων γυναικών για τις αιτίες και τις θετικές επιδράσεις της κράτησής τους σε αντίθεση με τις νοσηρά αντιδραστικές, τις απαθείς και τις αδιάφορες.
Τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τις πράξεις ή τις απραξίες όλων αυτών των γυναικών αποτυπώνει συνεκδοχικά στο εκτενέστερο κεφάλαιό της «Καταδίκη-Φυλάκιση». Σ’ αυτό και σ’ όλο της το βιβλίο η Αλεξάνδρα Πατρόκλου δεν καταγράφει μόνο στιγμιότυπα και εκφάνσεις από τη ζωή των φυλακισμένων γυναικών, αλλά και αποδεικνύεται διεισδυτική ανατόμος της ψυχής κάτω από τις σκληρές συνθήκες της ανθρώπινης μοίρας.
Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή




