(ΣΑΝ ΚΑΠΕΛΑΚΙ) ΘΕΑΤΡΟΓΡΑΦΙΑ

Συνεχίζεται ευοίωνη η ευτυχής συνάντηση θεατρόφιλου κοινού και ποιοτικών θεατρικών δρώμενων


Η εύστοχη επιλογή των τριών μονόπρακτων από το κλασικό δραματολόγιο με κοινό θεματικό πυρήνα σε μιαν ενιαία τριλογία αφήνει την αίσθηση ενός ολοκληρωμένου τρίπρακτου έργου κλιμακούμενης έντασης και αριστοτελικής κορύφωσης

Με την έναρξη των νέων παραστάσεων από τον Θεατρικό Πολυχώρο Εστία συνεχίζεται ευοίωνη η ευτυχής συνάντηση θεατρόφιλου κοινού και ποιοτικών θεατρικών δρώμενων στον τόπο μας. Η εύστοχη επιλογή των τριών μονόπρακτων από το κλασικό δραματολόγιο με κοινό θεματικό πυρήνα σε μιαν ενιαία τριλογία αφήνει την αίσθηση ενός ολοκληρωμένου τρίπρακτου έργου κλιμακούμενης έντασης και αριστοτελικής κορύφωσης.

Η παραπληρωματική, ωστόσο, αυτή συναρμογή μέσα από την αντιστικτική εναρμόνιση της αρχιτεκτονικής σκηνοθεσίας του Άγι Παΐκου δεν λειτουργεί εις βάρος της αυτοτέλειας των τριών αριστοτεχνικών έργων ως προς την αποτύπωση της συγγραφικής τους σφραγίδας, τη σύλληψη της πλοκής και των χαρακτήρων. Σε συνάρτηση, η εναλλαγή του ίδιου λειτουργικού χώρου από ένα μικροαστικό καθιστικό σε μιαν καφετερία και στο σαλόνι ενός εξοχικού σπιτιού δημιουργούν ταυτόχρονα την εντύπωση της σκηνικής ενότητας και της σκηνογραφικής διαφοροποίησης.

Ποιες είναι οι θεατρίνες

Είναι εκεί, όπου οι τρεις θεατρίνες, «Η αδέσμευτη» του Τενεσί Ουίλιαμς, «Η πιο δυνατή» του Αύγουστου Στρίντμπεργκ και η «Ροζαλίντα» του Τζέημς Μπάρυ, παρά τις ιδιαιτερότητες του ψυχισμού και της έκφρασής τους θα μπορούσαν να συνυπάρξουν συνεκδοχικά κάτω από το ίδιο πρόσωπο ή τη δραματική περσόνα της θεατρίνας, εξωτερικεύοντας παρόμοια αισθήματα και παρεμφερείς αντιδράσεις σε καθημερινά στιγμιότυπα ή απροσδόκητα περιστατικά της ζωής τους.

Συγκεκριμένα, όσο «αδέσμευτη» προσπαθεί να παρουσιάσει τον εαυτό της η πρώτη μέσα στον απελπιστικό κλοιό της εύθραυστης υγείας της και της καταπιεστικής της μητέρας σε μιαν επαρχιακή πόλη, άλλο τόσο με την ψευδαίσθηση της νίκης τής «πιο δυνατής» ανταγωνίζονται μεταξύ τους οι άλλες δυο θεατρίνες.

Αλλά και η θεατρίνα του τρίτου μονόπρακτου μιας τρισυπόστατης δραματικής σύνθεσης ή της τελευταίας πράξης ενός κοινωνικού δράματος αυτοπαγιδεύεται μέσα στην εκτυφλωτική λάμψη της σαιξπηρικής ηρωίδας, που έχει υποδυθεί άλλοτε, μέχρι να ανακαλύψει τον εαυτό της μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας ή σε μια τυχαία συνάντηση με ένα νεαρό θαυμαστή της, το alter ego της αυτεπίγνωσης και της αληθινής της ταυτότητας.

Εντούτοις, ο Μπάρυ, που δεν παύει να είναι ο συγγραφέας του «Πήτερ Παν», του παιδιού που δεν ήθελε να μεγαλώσει, προσδίδει στην ηρωίδα του τα πραγματικά χαρακτηριστικά του ταμπεραμέντου μιας πιστής θεατρίνας. Αυτής που αν και μεσόκοπη, αγωνίζεται να μείνει πάντα νέα και άτρωτη στη σκηνή, για να παίζει όσο πιο πειστικά τον ρόλο της και να αποσπά τον θαυμασμό των θεατών της. Γι’ αυτήν η υποκριτική στο θέατρο ως «μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας» δεν μπορεί παρά να συνταυτίζεται με το θέατρο της ζωής μέσα από τις δραματικές της αλήθειες και τις δραματοποιημένες της ψευδαισθήσεις.

Τα εμφαντικά της παράστασης

Δεν θα παραλείπαμε, εντούτοις, να σημειώναμε και τα εξής εμφαντικά της παράστασης: την εύρυθμη ροή και τους αισθαντικούς ποιητικούς τόνους στην απόδοση του θεατρικού λόγου μέσα από τους εναλλασσόμενους διαλόγους και μονολόγους· τη δυναμική παρουσία τού αναγνωρίσιμου ταλέντου της Μήδειας Χάννα και της Νάτιας Χαραλάμπους, καθώς και των ανερχόμενων νεαρών ηθοποιών μας, της Φάνης Πέτσα, του Μάρκου Ιούλιου Δρουσιώτη και της Ελεωνόρας Σερένα, που με το συγκριτικό πλεονέκτημα της καταπληκτικής της φωνής στο τραγούδι την κατακτά ολοένα και περισσότερο το θεατρικό σανίδι. Αλλά και όλοι οι συντελεστές της όμορφης αυτής παράστασης δικαιούνται τα συγχαρητήριά μας για την αισθητική απόλαυση που μας χάρισαν μαζί με τη διαβεβαίωση πως τα θεατρικά μας πράγματα υπόσχονται ακόμα πολλά.

Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή