Έστω κι αν πέρασαν 83 χρόνια από τότε, «ο Γέρων φθονερός», κατά τον Κάλβο, δεν μπορεί να είναι «…εχθρός και πάσης μνήμης». Γιατί, ακριβώς, εκείνα τα επαναστατικά δρώμενα των Οκτωβριανών του ΄31 σηματοδοτούν την αφύπνιση της συλλογικής συνείδησης και μνημειώνουν στις δέλτους της Νεότερης Κυπριακής Ιστορίας το πρώτο αποφασιστικό κίνημα μιας παλλαϊκής εξέγερσης ενάντια στην αποικιοκρατία, που πυροδότησε αργότερα τον επικό απελευθερωτικό μας αγώνα.

Ποιος μπορούσε, στ’ αλήθεια, να καταστείλει τη δίψα για ελευθερία και ποια δυναστικά μέτρα οικονομικής αφαίμαξης και αφελληνιστικής επιβολής θα ματαίωναν τους προαιώνιους εθνικούς πόθους τού καταπιεσμένου, αλλά ανυπότακτου κυπριακού Ελληνισμού;

Όσο κι αν οι ενθουσιώδεις πατριωτικές υπομνήσεις, οι ενωτικές προκηρύξεις και οι πύρινοι λόγοι από δημεγέρτες και ιεράρχες με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Κιτίου Νικόδημο Μυλωνά και τον Αρχιμανδρίτη Διονύσιο Κυκκώτη είχαν δώσει το έναυσμα, οι μαζικές αντιβρετανικές κινητοποιήσεις δεν συνιστούσαν παρά το ξέσπασμα τη δεδομένη στιγμή μιας συσσωρευμένης χρόνιας οργής και μιας προαποφασισμένης αντίδρασης κατά του δυσβάστακτου αποικιακού ζυγού.

Η απάντηση ενός εξαθλιωμένου, αγροτικού, ως επί το πλείστον, πληθυσμού από την οικονομική δυσπραγία, τον υποσιτισμό και τη βαριά φορολογία, καθώς και από τον ευνουχισμό της λαϊκής θέλησης και της εθνικής του υπόστασης, ήταν η ανοργάνωτη εκείνη μαχητική διαδήλωση μιας λαοθάλασσας απέναντι στους αυταρχικούς χειρισμούς και τις μεσαιωνικές μεθοδεύσεις του κυβερνήτη Στρος. Από την εμπορική λέσχη Λευκωσίας μέχρι το κυβερνείο, που πυρπολώντας το οι διαδηλωτές πίστευαν πως θα έστελλαν στην πυρά την αγγλική αποικιοκρατία.

Είναι ως να ακούονται μέχρι σήμερα οι βραχνές φωνές των συνθημάτων και των δίκαιων διεκδικήσεων κάτω από τις γαλανόλευκες των αστυνομικών σταθμών μαζί με τα θούρια των πατριωτικών ασμάτων: «Η Κύπρος μας που στέναζε τόσους αιώνες σκλάβα…».

Και ο Κύπρος Χρυσάνθης, που έζησε μαθητής τα γεγονότα, γράφει: «…ένα μάτσο παιδιά με καχεκτικά κλωνάρια για όπλο προσπέρασαν γεμίζοντας με την πιο γαλανή απαίτηση τον ασημένιο απ’ το φεγγάρι αέρα - Ελλάδα». Πλην, όμως, οι κραυγές και οι οιμωγές από τις συλλήψεις, τις κακοποιήσεις, τις φυλακίσεις και τις εξορίες, με αποκορύφωμα τον πρώτον νεκρό από τους πυροβολισμούς, τον δεκαεπτάχρονο Ονούφριο Κληρίδη.

Έτσι, ο Χριστόδουλος Γαλατόπουλος, ένας από τους πιο φλογερούς πρωτεργάτες του Οκτωβριανού Κινήματος, αποφαίνεται κατηγορηματικά στο «Ημερολόγιό» του: «Μια εξέγερση που ήταν αναγκαία μετά από 53 χρόνια υπομονής και ανοχής για να εξαναγκασθεί η κεντρική κυβέρνηση να νοιώσει το πρόβλημα και τα δικαιώματά μας». Παρόλο, που οι θέσεις του Βενιζέλου απηχούσαν την εντελώς αντίθετη άποψη:

«Όσοι νομίζουν ότι συμφέρει να διαταραχθούν αι σχέσεις μας μετά της Μ. Βρετανίας, διότι τοιουτοτρόπως ημπορούν να εξαναγκάσουν την Αγγλία να μας παραχωρήσει την Κύπρον, είναι προφανώς άνθρωποι ακαταλόγιστοι» και ότι «εάν η Αγγλία θεωρεί το ζήτημα κλεισμένον, το ζήτημα δι’ εμέ είναι κλεισμένον».

Η αποτίμηση, ωστόσο, της βενιζελικής στάσης με τις επιπτωσιακές της προεκτάσεις αποτυπώνεται ευστόχως πειστική από τον Πέτρο Στυλιανού, έναν από τους έγκριτους μελετητές των Οκτωβριανών: «Η βιαστική και εν λευκώ αυτή εναπόθεση της μοίρας ενός λαού στα χέρια συμμάχου, έστω, χώρας, που τη χαρακτήριζε η άτεγκτη και ωμή αποικιοκρατική νοοτροπία, όπλισε τους κατακτητές με τεράστιο πολιτικό και ηθικό ακόμα κύρος, για να διακηρύσσουν και μετά τον δεύτερο ακόμη παγκόσμιο πόλεμο πως το νησί τούς ήταν απαραίτητο και, επομένως, το Κυπριακό έπρεπε να θεωρείται κλειστό».

Ουδείς, λοιπόν, ούτε από τους εδώ συντηρητικούς φιλοβρετανικούς κύκλους ούτε από την επίσημη ελλαδική ηγεσία θα μπορούσε να κάμψει την αδούλωτη ελληνική ψυχή της Κύπρου, καθώς περίτρανα το διαλαλεί η μυριόστομη παλαμική φωνή: «φωτιά άναψε και κόρωσε στο πράο μεγαλονήσι όπου φωτιά, βωμός».

Όκτώβρης τότε κι Οκτώβρης τώρα, μετά από 83 ολάκερα χρόνια. Και το θεριό δεν έπαψε ν’ αφρίζει και να βρυχάται με άλλο στόμα: από τον λέοντα της αγγλικής αποικιοκρατίας ώς το θαλάσσιο κήτος της νεοσουλτανικής βαρβαρότητας με τις πολεμικές του φρεγάτες και το δήθεν ερευνητικό σκάφος, το ομώνυμό του «Μπαρμπαρός», εντός της ΑΟΖ μας. Ποιος αναχαιτίζει τις επαπειλούμενες «τορπίλες» του αδίστακτου βαρβαρικού του θράσους; Ποιος καμακώνει το θεριό της ληστρικής επιδρομής, της τρομοκρατικής πειρατείας και της απίστευτης βαρβαρότητας, που μας πήρε τη μισή μας στεριά και σήμερα απειλεί τις θάλασσές μας;

Οψόμεθα…