Αν ήταν αδιανόητο να σκεφτούμε μιαν κοινωνία χωρίς οικογένειες, όχι, βέβαια, στο ζωικό βασίλειο, όπου βασιλεύουν από τον κόσμο των φτερωτών μέχρι την άγρια ζούγκλα, θα παραπέμπαμε σε πρωτόγονες φυλές και αρχαϊκά συστήματα, όπως το σπαρτιατικό.
Θα ήταν, ωστόσο, σενάριο επιστημονικής φαντασίας να υποκαταστήσουμε την οικογένεια στην τυπικά δομημένη ιεραρχική της μορφή με ένα ευρύτερο μόρφωμα απρόσωπου συνονθυλεύματος ή πολυδαίδαλο κατασκεύασμα μιας ετερόκλητης συμβίωσης.
Ειδικότερα σήμερα, που η αποδυνάμωση των πολιτειακών θεσμών στο ομιχλώδες τοπίο των ιδιοτελών μηχανισμών και της αλλοτριωτικής τους δυσλειτουργίας μαζί με την εξάρθρωση των κοινωνικών ηθών στην προϊούσα αποσύνθεσή τους χρειάζονται στερεότερους αρμούς και συνεκτικότερους ιστούς για την εδραίωση του πρωτογενούς οικο-δομήματος. Ουκέτι καιρός, επομένως, στις αναχρονιστικές θεωρίες των Μαρξ και Ένγκελς για χαλάρωση έως κατάργηση της παραδοσιακής οικογένειας με τον μετασχηματισμό της μετεξέλιξής της.
Τουλάχιστον, σχετικά με την ανώνυμη ταυτότητα και κοινοκτημοσύνη γυναικών και παιδιών στους φύλακες και τους άρχοντες, ο Πλάτωνας προεικάζει την αμφισβήτηση περί του «δυνατού και του ωφελίμου» της ουτοπικής του σύλληψης.
Έτσι, στην εύλογη Πλατωνική επιφύλαξη τού «είπερ οίον τε» και του «ει δυνατόν», η έμπρακτα διαχρονική απάντηση διαλύει τα εκσυγχρονιστικά ή «μεταμοντέρνα» νεφελώματα της υπόσκαψης των εξάγγελων προφητών και απερίφραστα αντικρούει τα βέλη των απροκάλυπτων εχθρών και των υποχθόνιων πολεμίων. Γιατί, κατά τον Κορνήλιο Καστοριάδη, «το πρώτο και κύριο εργαστήριο κατασκευής σύμμορφων προς την κοινωνία ατόμων είναι η οικογένεια».
Στο διακύβευμα όχι, απλώς, της επισφαλούς επιβίωσης ή της επίπλαστης διαιώνισής της, παρά της αναγεννητικής δυναμικής και της ανθηρής της ανανέωσης δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή. Χωρίς να μείνει στατική και αδιαφοροποίητη, όπως ο κάθε ζωντανός οργανισμός, η οικογένεια νομοτελειακά θα επιστρέψει δριμύτερη για την επανασυγκρότηση μιας ισχυρότερης και ανθρωπινότερης κοινωνίας. Το παράδειγμα του Ομηρικού Οδυσσέα και η παραβολή του Ασώτου θα συνιστούσαν παράλληλους αλληγορικούς βίους της παλιννοστούσας αυτής αναβίωσης.
Το ερώτημα, εντούτοις, μετά την αυτονόητη επισήμανση, εξακολουθεί να τίθεται επιτακτικά, απαιτώντας άμεσες λύσεις και αποτελεσματικές θεραπείες στο πρόβλημα: εάν η οικογένεια ως το ζωογόνο κύτταρο και η ζωντανή ψυχή της κοινωνίας νοσεί ή παρουσιάζει σοβαρά συμπτώματα παθογένειας, με ποιες πρακτικές επεμβατικής και προληπτικής ίασης θα εξυγιανθεί, για να εμψυχώσει τις δημιουργικές δυνάμεις και τις ευγενείς της προσδοκίες;
Η ειλικρινής απάντηση αναμένεται, πρωτίστως, να προέλθει από την ίδια την οικογένεια με όρους ενδοσκόπησης και αυτογνωσίας των λαθών και των παθών της, των αδυναμιών και των εκτροπών της. Γιατί, ζώντας, στην εποχή των τέλειων μέσων και των συγκεχυμένων σκοπών, κατά τον Αϊνστάιν, επιβάλλεται να αποσαφηνίσει τους στόχους της αποστολής και τους σκοπούς της αυτοπραγμάτωσής της.
Αν η οικογένεια σήμερα με μετρήσιμο μόνο κριτήριο την άνοδο ή την πτώση του δείκτη του βιοτικού της επιπέδου είτε γονατίζοντας από το βάρος και τον πανικό της οικονομικής κρίσης, συρρικνώνεται αριθμητικά και ενδίδει ηθικοπνευματικά, εντείνεται τότε η πραγματική α-πορία της υπαρξιακής της κρίσης: ποιες αντιστάσεις θα προτάξει η κοινωνία της ημικατεχόμενής μας πατρίδας μέσα από τις ξεψυχισμένες θνησιγενείς της οικογένειες ενώπιον, μάλιστα, της δημογραφικής αλλοίωσης του κατακτητή και υπό τη συνεχή απειλή των τουρκικών προκλήσεων;
Ειδικότερα για μας και επίκαιρα όσο ποτέ άλλοτε τα όσα διαβάζουμε στον Πολύβιο τον Μεγαλοπολίτη, γραμμένα τον 2ο π.Χ. αιώνα: «Έφθασε ο καιρός σήμερα στην Ελλάδα να υπάρχει αρνησιπαιδία και ολιγανθρωπία, εξαιτίας της οποίας οι πόλεις ερημώθηκαν και σημειώθηκε πλήρης έλλειψη παραγωγής, αν και δεν συνέβησαν πόλεμοι ή επιδημίες.
Εάν, λοιπόν, για τούτο συνεβούλευε κάποιος να πάει να ρωτήσει τους θεούς τι θα μπορούσαμε να πούμε ή να κάνουμε, για να γίνουμε περισσότεροι και να κατοικήσουμε καλύτερα τις πόλεις, άραγε δεν θα ήταν μάταιο να κάνουμε τέτοιες ερωτήσεις, αφού η αιτία είναι προφανής και ο τρόπος διορθώσεως στα χέρια μας; Επειδή οι άνθρωποι εξετράπησαν στον εγωισμό και τη φιλοχρηματία ακόμη και σε τεμπελιά, […] το κακό μεγαλώνει».
Ωστόσο, σε μιαν αμφίδρομη αλληλεπίδραση και σε μιαν πολύπλευρη σχέση μεταξύ οικογένειας, κοινωνίας των πολιτών, συντεταγμένης πολιτείας και ευρωπαϊκής κοινότητας το χρέος όλων επιβάλλει όχι, απλώς, την περιστασιακή, αποσπασματική και μονομερή στήριξη, αλλά την ουσιαστική ενίσχυση του θεσμού της οικογένειας. Τότε μόνο δικαιώνεται η ανακήρυξη της φετινής χρονιάς ως διεθνούς έτους Οικογένειας!




