Τώρα που έχεις αποστρατευτεί από το πεδίο της μάχης και τον στίβο των εναγώνιων αγώνων, παραδίδοντας σε συνεχιστές τα όπλα μαζί με τη σκυτάλη, πιο εύκολα απηχεί το εγκώμιο στον δάσκαλο, αλλά και δυσκολότερος ο ρόλος του τιμητή ή του κενταύρου Χείρωνα απ’ όσα παραλείπει στα όσα υπολείπεται να μάθει και να πράξει. Ωστόσο, αυτεπίγνωστα ο ίδιος το ξέρει πως δεν υπάρχει βασιλική οδός στον δίκαιο έπαινο εξόν από τη λυδία λίθο του διδακτικού και παιδαγωγικού του έργου, ως ο αψευδής καθρέφτης των μαθητών του.
Καθότι, λοιπόν, παγκόσμια ημέρα εκπαιδευτικού σήμερα, κι αναλογιζόμαστε ακόμα μια φορά όχι μόνο τι θα ήταν η ζωή μας χωρίς δασκάλους, μα και πώς η κοινωνία θα γινόταν καλύτερη με πολύ καλύτερους δασκάλους. Η έντρομα αδιανόητη απάντηση στο πρώτο υποθετικό ερώτημα επισύρει την αντιστροφή του για την απόδοση της οφειλόμενης ευγνωμοσύνης μ’ εκείνο το διαχρονικά αποφθεγματικό «ευ ζην» του Μεγαλέξανδρου.
Γιατί, είν’ αλήθεια, πως στην καρδιά και τη σκέψη του καθενός μένει η ζωντανή μνήμη και η αειθαλής παρουσία όχι των πολλών, παρά των λιγοστών έως ελάχιστων δασκάλων. Όλων όσοι από το Δημοτικό ώς το Γυμνάσιο και το Λύκειο και μέχρι το Πανεπιστήμιο άνοιξαν σε εραστές των Γραμμάτων, αλλά και σε ανέραστους της μάθησης φωτεινά μονοπάτια, χαράσσοντας δρόμους πορείας για πλατύτερους ορίζοντες και μακρινότερους αστερισμούς.
Κι ας μην είχαν τότε μεθόδους μοντέρνας παιδαγωγικής κι ας μη διέθεταν τα σύγχρονα μέσα σχολικής υποδομής και προηγμένης εκπαιδευτικής τεχνολογίας. Έφτανε που, ξεχωρίζοντας απ’ τους άλλους της δασκαλοκεντρικής έπαρσης, της στείρας παπαγαλίας και της στεγανής όρασης, μετέδιδαν όχι απλώς την έφεση της επαγωγικής γνώσης, αλλά και με τους αυτενεργούς πολυμήχανους τρόπους της επινοητικότητάς τους μετάγγιζαν την «εν φαντασία και λόγω» δημιουργική έμπνευση του οράματος.
Κι ήταν γιατί από το πλούσιο αμαλθείο της ψυχής και του πνεύματος, της χαλκέντερης βούλησης και της εργασιομανούς τους προσήλωσης προσπόριζαν όχι ωφελιμιστικά εργαλεία πολυγνωσίας, παρά τα ωφέλιμα εφόδια της «άπορα πόριμης» παιδείας και της μορφοπλαστικής αγωγής. Αυτής που στόχευε χωρίς χρησιμοθηρικά κίνητρα και παρωπίδες αυτοσκοπών στη γνωριμία του κόσμου για το ωραίο ταξίδι της Ιθάκης, την ιερή πίστη της ελληνοχριστιανικής αρετής, την αγάπη για τον άνθρωπο και την πατρίδα.
Με μια τέτοια αποτίμηση απαντάται, προφανώς, από τους περασμένους καιρούς έως τους τωρινούς και τους μελλούμενους το δεύτερο ερώτημα. Κατ’ εξοχήν σήμερα και ειδικότερα στη δική μας μικρή κοινωνία, όπου με σπαρακτικό κομμό αρχαίας τραγωδίας βιώνουμε στην απουσία του ανθρώπινου προσώπου τα υποκατάστατα προσωπεία της τραυματικής παραχάραξης και της παραμορφωτικής του αλλοτρίωσης.
Ποιος θ’ αναπλάσει, επομένως, και πώς θ’ αναμορφώσει τον άνθρωπο, επανασυγκροτώντας τα θρυμματισμένα ήθη και τους διάτρητους θεσμούς, τις απαξιωμένες αξίες, τα σφαγιασμένα ιδανικά και τα χαμένα όνειρα για μιαν, επιτέλους, εξυγιασμένη κοινωνία ανθρωπιστικού πολιτισμού; Η απάντηση ουδεμιάς επιδέχεται αμφισβήτησης από κακόπιστους πολέμιους ισοπεδωτικών προκαταλήψεων, είτε κυνικούς επικριτές πτωχοπροδρομικών συνδρόμων για τον ακρογωνιαίο λίθο του οικοδομήματος.
Καθώς εν αρχή ην και αείποτε εστίν ο δάσκαλος. Και ανέκαθεν εννοείται ο συνειδητός και αφοσιωμένος εργάτης όχι οποιουδήποτε καθήκοντος ή βιοποριστικού επαγγέλματος, αλλά ο χαρισματικά προορισμένος μιας εντεταλμένης αποστολής, καθώς ο φωτισμένος ιεροφάντης ενός θεάρεστου λειτουργήματος· κοντολογίς, ο αντάξιος των Σωκρατικών και των άλλων προγονικών περγαμηνών του ονόματός του, που δεν είναι άλλος από τον καλό δάσκαλο-ποιητή.
Γιατί ποια άλλη ποίηση στο χαρτί να θέλει τάχατες να συγκριθεί με την ποιητική μέθεξη δασκάλου - μαθητή μέσα από την παιδαγωγία της διδακτικής πράξης; Εκεί όπου η έδρα γίνεται θυμέλη μαθησιακών δρώμενων και ανθρωποκεντρικού διαλόγου, όπως το θρανίο αμόνι σφυρηλάτησης ψυχών και σμιλέματος χαρακτήρων.
Ακριβολογώντας, χωρίς μεταφορικές εξιδανικεύσεις, ο δάσκαλος οποιασδήποτε εκπαιδευτικής βαθμίδας πρέπει να κατέχει και συνεχώς ν’ αναδεικνύει με τα πιο επιδέξια σύνεργα την τέχνη της ποιήσεως ευαίσθητων και υπεύθυνων σκεπτόμενων ανθρώπων. Τούτο είναι το μέγιστο επίτευγμα και ο ηρωικός του άθλος στους προτρεπτικούς παλμούς της Παλαμικής λύρας: «Δάσκαλος γίνε, αλήθεια αν ήρωας είσαι». Ένας ηρωισμός όχι ανανταπόδοτος, καθώς ορμηνεύει ο Καζαντζάκης, αφού «το κέρδος το αληθινού δασκάλου… να μυριστεί κατά πού τραβά η νιότη…» και «να κάμει το μαθητή του ανώτερό του».
Χρειαζόμαστε σήμερα τέτοιους δασκάλους; Παραφράζοντας τον Δημοσθένη «δει δη δασκάλων και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων».




