Από τη στιγμή της γέννησής της στο αθηναϊκό λίκνο της κλασικής αρχαιότητας μέχρι τις μέρες μας η Δημοκρατία έχει προσλάβει σωρείαν επιθετικών προσδιορισμών και άλλες τόσες υβριδικές προσωνυμίες νοηματικών μεταλλάξεων ή μεταμφιεστικών παρανοήσεων· είναι ως η προκρούστεια ή νεκρική κλίνη του ενταφιασμού της να έχρηζε συμπληρωματικής διαφοροποίησης επεξηγηματικών όρων και διακοσμητικών ωραιοποιήσεων, που όχι μόνο συσκοτίζουν το γράμμα και το πνεύμα της, αλλά και αλλοτριώνουν το ουσιαστικό περιεχόμενο της νομοτελειακής υπόστασης και της αυτόνομης εμπράγματής της λειτουργίας: από την αρχετυπική της μορφή τής άμεσης δημοκρατίας του χρυσού αιώνα μέχρι την έμμεση ή αντιπροσωπευτική δημοκρατία του διαφωτισμού, τις διάφορες παραλλαγές τής φιλελεύθερης και νεοφιλελεύθερης οιονεί συμμετοχικής δημοκρατίας με την εκχώρηση δημοψηφισματικών πρακτικών από μιαν επαγγελματική ή «αυτεπάγγελτη» πολιτικο-οικονομική ολιγαρχία, έως τις βασιλευόμενες ή προεδρικές και προεδρευόμενες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, τύπου Γουεστμίνστερ, τις σοσιαλδημοκρατίες, τις ομοσπονδιακές (ή παραομοσπονδιακές!), εργατικές και λαϊκές δημοκρατίες μέχρι τη σημερινή διαδικτυακή ανατροπή των παραδοσιακών διαδικαστικών τους δομών.

Έτσι, την πεμπτουσία της δημοκρατίας μέσα από τα πολυώνυμα αυτά τη στολίσαμε τόσο πολύ, που φαγώθηκε από τα ψευδεπίγραφα μαλάματα των πολλών μεταβλητών το πρόσωπό της· έτσι που κατάντησε σε όσους ανά τους αιώνες τη νοσφίζονται, χωρίς να την καταξιώνουν, ένα πουκάμισο αδειανό, για να παραφράσουμε τον Σεφέρη.

Εντούτοις, πέρα από το πολιτικό και εθνογεωγραφικό εύρος τής ονοματολογίας της, περιλαμβανομένης και της δικής μας Κυπριακής Δημοκρατίας, που οσονούπω διάγει τα πεντηκοστά τέταρτα γενέθλιά της, είναι ανάγκη να εγκύψουμε άνευ ιδεοληπτικών οριοθετήσεων και παλαιότερων ή μετανεωτερικών μεθερμηνειών στο εννοιολογικό βάθος του αξιακού της κώδικα για την παλινόρθωση των εφαρμόσιμων θεσμών, καθώς και τον εξορθολογισμό των δυνατοτήτων και των ευκαιριών της.

Γιατί η δημοκρατία, για να επαναλάβουμε το αυτονοήτως κοινότοπο, δεν είναι ένα τετελεσμένα τέλειο κλειστό σύστημα, παρά το αενάως αιτούμενο: ένα διαχρονικό όραμα, ανέφικτο, προφανώς, σήμερα, εφικτό, ίσως, αύριο, ανθρώπων όχι «αγγελικά πλασμένων» σε φαντασιακές κοινωνίες, αλλά επαρκώς πεπαιδευμένων ενεργών πολιτών, που με την ευβουλία της βούλησής τους να δύνανται να μεταπλάθουν το ουτοπικά ιδεατό σε έμπρακτο ιδεώδες πολιτειακού ανθρωπιστικού ήθους και δημοκρατικού πολιτικού βίου.

Υπό την οπτική μιας τέτοιας προοπτικής καταγράφεται η αποφθεγματική ρήση του Κώστα Αξελού για τη δημοκρατία ως ένα διαρκές άνοιγμα. Άνοιγμα, όμως, όχι σε έξωθεν επεμβατικές παραχαράξεις, αντιδημοκρατικές αγκυλώσεις και δημιοκρατικούς ακρωτηριασμούς.

Επιβάλλεται, απεναντίας, η χάραξη μιας παλίνδρομης πορείας προς επανάκτηση αφενός των αρχαιοελληνικών υποθηκών και των μεταγενέστερων ευρωπαϊκών κεκτημένων, και αφετέρου προς γόνιμες αναπροσαρμογές και δημιουργικές επιτεύξεις, στο πλαίσιο όχι του κατ’ επίφασιν οξύμωρου εκδημοκρατισμού της, αλλά ενός δυνάμει αυτοβελτιούμενου και αυτοεκπληρούμενου δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ιδίως τώρα, που η δημοκρατία δοκιμάζεται στην αιχμή της παρακμής και της κατάρρευσής της από την κοιτίδα της και τον τόπο μας μέχρι τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπως και στην ίδια την καρδιά της γηραιάς ηπείρου, όπου παρά τα οικονομικά πλεονάσματα παρατηρούνται σοβαρά δημοκρατικά ελλείμματα. Η οικονομική κρίση δεν επηρέασε, απλώς, την όποια ευημερία των λαών, αλλά και υπέσκαψε θεμελιώδεις δημοκρατικούς θεσμούς, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη των δυσπραγούντων πολιτών απέναντι στη δυσλειτουργία τών υπό αμφισβήτηση πλέον δημοκρατικών κυβερνήσεων.

Η απαξίωση πολιτικών ηγεσιών, εθνικών κοινοβουλίων, κομμάτων και πολιτικών προσώπων μεταφράζεται μέσα από την παθογένεια της ολιγωρίας και της απάθειας, της συνειδητής αποστασιοποίησης από την πολιτική και κατ’ επέκταση της αντιδραστικής μη συμμετοχής στα κοινά, της «αχρείας», κατά Θουκυδίδην, ατομικιστικής ιδιώτευσης. Απτό παράδειγμα, οι ελάχιστες σπασμωδικές κινητοποιήσεις ενάντια στις πρωτόγνωρες εις βάρος μας ολέθριες συνέπειες της κρίσης και τα μεγάλα ποσοστά αποχής στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές.

Επιτακτικό το ερώτημα του τι δέον γενέσθαι σ’ αυτό το δύσκαμπτο μεταίχμιο, που τελεί η δημοκρατία τού ενός ουσιαστικού με τις ουσιώδεις προσηγορίες τής τρίπτυχης ισότητας, της ελευθερίας και των επί μέρους ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κάτω από την ολοένα εντεινόμενη αλληλεπίδραση οικονομίας και πολιτικής προέχει η αναδόμηση των θεσμών μιας υγιούς αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και η ενδυνάμωση του «δήμου» στη διαχείριση ενός αντιεξουσιαστικού κράτους δικαίου και κοινωνικής συνοχής.

Η καταλυτική εμπλοκή των πολιτών στα πολιτειακά δρώμενα και η μαζικότερη διαβούλευση στη λήψη αποφάσεων θα δικαιώνει τον θουκυδίδειο ορισμό της: «…διά το μη ες ολίγους αλλ’ ες πλείονας οικείν (= επειδή η εξουσία δεν βρίσκεται στα χέρια των ολιγαρχικών αλλά του δήμου) δημοκρατία κέκληται».