Θα μπορούσαμε κάθε 21η Σεπτεμβρίου ν’ αναπέμπουμε εγκωμιαστικές ωδές και επινίκιους ύμνους στην ειρήνη από την ημερομηνιακή της καθιέρωση στο παγκόσμιο επετειολόγιο; Ή μήπως κάτω από τις γειτνιάζουσες ιαχές και τις υπερπόντιες σειρήνες της ανειρήνευτης σύγκρουσης και της αιμάσσουσας αντιπαλότητας, με το κυοφορούμενο ψυχροπολεμικό κλίμα ανταγωνιστικών αναμετρήσεων ανάμεσα σε πολέμαρχους και πλανητάρχες, θα έπρεπε μάλλον ν’ ανακρούονται πολεμικές και πένθιμες ελεγείες μαζί με τους μεσαιωνικούς θρήνους μιας παρωχημένης εποχής;

Γιατί, χωρίς την κατάπαυση του πυρός ή την εξουδετέρωση μιας επικείμενης ανάφλεξής του από την πιο κεντρική εστία μέχρι και την πιο απομακρυσμένη γωνιά της γης μας, ουδείς δικαιούται να γιορτάζει με ψευδεπίγραφες εκδηλώσεις και αμέριμνους πανηγυρισμούς. «Των οικιών ημών [ή αυτών] εμπιπραμένων και ημείς άδομεν», υπομιμνήσκει ο Θουκυδίδης διά χλευαστικού στόματος Αισώπου, τόσο για τις δικές μας πατρογονικές εστίες της σαραντάχρονης άλωσης από τον Τούρκο εισβολέα, όσο και για τα 18.000 υποστατικά στη Γάζα, που έχουν καταστραφεί από τις πρόσφατες αεροπορικές επιδρομές του Ισραήλ.

Των θεωρητικών και ατελέσφορων εξαγγελιών, επομένως, για διάδοση δήθεν των ιδεωδών της ειρήνης και της μη βίας προέχει η ειρηνευτική εκστρατεία μιας άλλης πολεμικής: η άμεση κινητοποίηση και η έμπρακτη δράση των αφυπνισμένων ενεργών πολιτών από τα κράσπεδα έως τις εσχατιές της οικουμένης για τη διάσωση των ανίσχυρων λαών, των άμαχων πληθυσμών και των ανυπεράσπιστων ανθρώπων από το φάσμα του πολέμου. Ενός ανίερου πολέμου, που ευνουχίζει τους παγκόσμιους ειρηνικούς οργανισμούς και ευνοεί τους αχρείους πολεμοκάπηλους, συντηρεί τους ανενδοίαστους εμπόρους των βιομηχανικών εξοπλισμών και ανέχεται τους φανατικούς πολεμοχαρείς της τυφλής υποταγής στη στυγνή ανθρωποκτόνα βία.

Κανένα, δυστυχώς, μνημείο της ειρήνης, που έστησαν οι ανά τους αιώνες εκατόμβες θυσιών και οι όψιμες μεταμέλειες των μη αναστρέψιμων Αρμαγεδδώνων, δεν μπορούμε ν’ αντικρίσουμε ακόμα με τα μάτια της λυτρωτικής κάθαρσης και της ειρηνικής λήθης. Μήτε και να υψώσουμε σε σύμβολο κανένα της άγαλμα με τον πλούτο στην αγκαλιά της, παρόμοιο μ’ εκείνο του Κηφισόδοτου, καθώς η θεοποίησή της στους αρχαίους Έλληνες, πολύ σοφά, την ήθελε θυγατέρα της Δικαιοσύνης και αδελφή της Ευνομίας και της Δίκης. Ποια, στ’ αλήθεια, δικαιοσύνη, ποιες δημοκρατικές ελευθερίες και ποια ανθρώπινα δικαιώματα επιτρέπουν σε όλα τα κράτη και σ’ όλους τους λαούς να ζουν και να ευημερούν σε μιαν ευνομούμενη πολιτεία, θεμελιώνοντας το κάστρο της ειρήνης, απόρθητο από παντοδύναμους κατακτητές και απρόσβλητο από βίαιους τρομοκράτες;

Η ειρήνη έχει προ πολλού εκδημήσει από τον δύσμοιρο δικό μας τόπο, μετά την κατάφωρη αδικία της βάρβαρης εισβολής και της παράνομης κατοχής των εδαφών μας από τις ορδές του Αττίλα. Όπως παραμένει εξόριστη ή φυλακισμένη σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου, από τις πιο κοντινές χώρες μέχρι και τις μακρινότερες ηπείρους.

Καθώς ο πόλεμος μαίνεται και βυσσοδομεί στα παρασκήνια των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και των γεωστρατηγικών σχεδιασμών είτε στα προσκήνια των πολιτικών συμμαχικών συμπαιγνιών και των περιφερειακών συρράξεων. Από τις αιματηρές εχθροπραξίες μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων έως την ουκρανική κρίση, αλλά και τον εμφυλιοπολεμικό σπαραγμό στη Λιβύη, αυτεπίστροφο των ενεργειακών της πηγών.

Όσες μεσολαβητικές επεμβάσεις και ένοπλες αποστολές και αν αναληφθούν, ύστερα από τα ειδεχθή εγκλήματα και τους φρικώδεις αποκεφαλισμούς δημοσιογράφων, πώς θα καταστείλουν το μένος της θηριωδίας και του μισαλλόδοξου φανατισμού; Με ποιους αναίμακτους μηχανισμούς και ποιους από μηχανής θεούς διαλύεται ο αιμάτινος φαύλος κύκλος τής τρομοκρατικής βίας στο Ισλαμικό Κράτος των Τζιχαντιστών στη Συρία και στο Ιράκ; Ποιαν ελπίδα αναβίωσης έχει η ειρήνη μετά τους δημόσιους απαγχονισμούς και τις πρόσφατες πολύνεκρες επιθέσεις από τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν;

Πώς τελειώνει ο πόλεμος στα πεδία της απάνθρωπης ζούγκλας και της αλληλοεξόντωσης ή καταπώς με απόγνωση διαπιστώνει ο Αναγνωστάκης, μετά τον σφαγιασμό της ειρήνης και τον ενταφιασμό της ειρηνικής συνύπαρξης, δεν έχει τέλος;: «Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα / Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!», ενώ, κατά τον Ρίτσο, μόνο «μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόσμος».

Όσο, εντούτοις, ο πόλεμος θα συνεχίζεται, άλλο τόσο θα εξυμνείται η ειρήνη μέσα από τα αθάνατα Ομηρικά Έπη και την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, το «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι και το «Αποχαιρετισμός στα Όπλα» του Χέμινγουεϊ.