Βιβλιοπαρουσίαση Κυριακής Παρασκευά
Η καλλιεπής και περιεκτική της ολιγογραφία, αποθησαυρίζει τη δημιουργική ευκαρπία ενός πλούσιου αμητού, σαν κι αυτού που περιγράφει σ’ ένα της ποίημα για την αγαπημένη της γενέτειρα, το «Λευκόνοικο»
Η ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΣ με τον βουβό σπαραγμό του Αισχύλειου μνησιπήμονος πόνου, δεν παραλείπει να στήσει επιδέξια τα σκηνικά της νεότερης κυπριακής τραγωδίας στις πιο επάρατες όψεις της…
Έχοντας στη συγκομιδή της σε διάστημα τριάντα δύο χρόνων δύο ποιητικές και δύο διηγηματικές συλλογές, δεν θα έλεγε κανείς πως η Κυριακή Παρασκευά είναι από τις πολυγραφότατες συγγραφείς μας. Ωστόσο, η καλλιεπής και περιεκτική της ολιγογραφία, αποθησαυρίζει τη δημιουργική ευκαρπία ενός πλούσιου αμητού, σαν κι αυτού που περιγράφει σ’ ένα της ποίημα για την αγαπημένη της γενέτειρα, το «Λευκόνοικο», προτάσσοντάς το στα πρώτα της διηγήματα.
Αναιρώντας, έτσι, την ασύστολη και ανερμάτιστη ευκολογραφία των τυχάρπαστων υπερ-εκδόσεων, αναδεικνύει τον προσήκοντα σεβασμό στον έντεχνο λόγο των απαιτητικών προδιαγραφών και των ποιοτικών αναμετρήσεων. Εξάλλου, «αντισταθμίζει», που ως ευπαίδευτος φιλόλογος και ευλογημένη πρεσβυτέρα δίδαξε με την παιδαγωγούσα αγάπη τα ελληνοχριστιανικά μας γράμματα.
Την ενασχόληση με το δύσκολο είδος του αφηγηματικού χρονογραφήματος, όπως μας θυμίζει η ίδια μέσα από την αποτίμηση του αείμνηστου Ανδρέα Χριστοφίδη, επιχειρεί στο υπό σύντομη παρουσίαση βιβλίο της, που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Αναστάση Αριστοτέλους.
Αν στο προηγούμενο διηγηματικό της έργο ζωντάνευε βιωματικές αναμνήσεις των αλλοτινών ευτυχισμένων χρόνων του τόπου της μαζί με σημαδιακές μνήμες από σελίδες του απελευθερωτικού μας Αγώνα, αλλά και συγκλονιστικά δρώμενα των «φαρμακερών» ημερών της εισβολής και της προσφυγιάς, κάποια από τα διηγήματα, ωστόσο, κινούνται σε παράλληλους ή παρεμφερείς θεματικούς άξονες με χρονογραφικά κείμενα της παρούσας συλλογής.
Έτσι, ανάμεσα στα τραγικά στιγμιότυπα λαθρομεταναστών, που προβάλλουν με τη φρίκη τηλεοπτικών ειδήσεων ή με τη λύπη καθημερινών ζωντανών επεισοδίων, ο θάνατος από ασφυξία ενός ζευγαριού αλλοδαπών απηχεί τον ατυχή πνιγμό ενός Σύρου λαθρομετανάστη. Παρόλο που απέναντι στην απάνθρωπη αναλγησία των μεγάλων ανθίζουν τα αθώα αισθήματα συμπόνιας ενός παιδιού για τη Σριλανκέζα οικιακή βοηθό, όπως σκιαγραφούνται στο τωρινό διήγημα «Η Κουμάρη».
Το συναπάντημα του Λευκονοικιάτη πρόσφυγα και του Τουρκοκύπριου, που καλλιεργεί το περιβόλι του με «Τα γρουσόμηλα», αντανακλά τον ίδιο πόνο ψυχής με το «Ψυχής άλγος» στο νέο αφηγηματικό οδοιπορικό, όπου η γιαγιά - συγγραφέας, ξεναγώντας τα εγγόνια της στο Λευκόνοικο, συναντάται με την Τρικωμίτισσα Τουρκάλα ένοικο του σπιτιού της, όπου ξυπνούν οι τόσες οδυνηρές θύμησες των παλιών καλών ημερών.
Η συγγραφέας με τον επαναλαμβανόμενο τίτλο της συλλογής «Ακούει κανείς;», όχι απλώς ως λογοτεχνικό σχήμα επαναφοράς, αλλά ως επίμονη κραυγή αφύπνισης στον σημερινό άνθρωπο της ιδιοτέλειας και του ατομικισμού, της αλλοτριωτικής αδιαφορίας και της αμοραλιστικής απάθειας, εφιστά την προσοχή σε μια σειρά από ζέοντα προβλήματα και τραυματικές εμπειρίες, ψυχικά νοσήματα και αιμάσσουσες πληγές, που σφαδάζουν στο σώμα ολάκερης της ανθρωπότητας.
Δεν είναι τυχαίο, που η συλλογή αρχίζει με το διήγημα του προσωποποιημένου μισοκαμένου ελάτου και που συνεκδοχικά κρούει τον κώδωνα της οικολογικής καταστροφής. Αρχή της ζωής και της ενυπόστατης ύπαρξης είναι η αναπόσπαστη σχέση μας με το περιβάλλον και ο θεάρεστος ειδυλλιακός έρωτας της φύσης, όπως αποτυπώνεται με υποβλητική ποιητικότητα σε δυο τοπιογραφικά κείμενα.
Είναι, εντούτοις, και άλλα πολλά ερωτηματικά με επείγουσες εκκλήσεις στα αισθήματα του ανθρώπου, μα προπάντων με θερμές επικλήσεις στη θεϊκή παντοδυναμία, που καταγράφονται εδώ μέσα από τους ευαίσθητους ανθρωπιστικούς κραδασμούς και τους λυρικούς αισθαντικούς τόνους μιας πηγαίας ενσυναίσθησης.
Εξ ου, και ο θεματικός πυρήνας της αριστοτεχνικής αυτής αφηγηματικής γραφής εστιάζεται στο πεινασμένο παιδί της Αφρικής, στην κόλαση των νέων από τη λερναία ύδρα των ναρκωτικών, στη θυματοποίηση του εγκλεισμού στη μοναξιά τους λόγω προβληματικών οικογενειών, στα δεινά των πολέμων στην πατρίδα μας και σ’ όλο τον κόσμο, στην αποξένωση στις απρόσωπες μεγαλουπόλεις, αλλά και στον μαρασμό των μοναχικών ηλικιωμένων γονιών από τον ηρωικό, έστω, θάνατο και τον ανεπίστροφο ξενιτεμό των παιδιών τους, τις ολέθριες επιπτώσεις από τα ακραία καιρικά φαινόμενα, στην πρόκληση των οποίων δεν είναι αμέτοχος ο άνθρωπος.
Επιπλέον, η χρονογράφος, χωρίς μελοδραματικές ελεγειακές εξάρσεις, αλλά με τον βουβό σπαραγμό του Αισχύλειου μνησιπήμονος πόνου, δεν παραλείπει να στήσει επιδέξια τα σκηνικά της νεότερης κυπριακής τραγωδίας στις πιο επάρατες όψεις της: την απώλεια του γενέθλιου τόπου, το δράμα των αγνοουμένων, το ολοκαύτωμα στο Μαρί.
Η Κυριακή Παρασκευά, όμως, μέσα από τα 24 ζωγραφήματα της ωραίας λογοτεχνικής της γραφίδας μάς μεταλαμπαδεύει το σταυροαναστάσιμο θαύμα της αγάπης: «Και πάντα να θυμάστε: Τα πάθη νεκρώνονται με την οδύνη της αγάπης. Από τον θάνατο των παθών μεταβαίνουμε στην ανάσταση της αγάπης».
Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή




