Της Παγκόσμιας Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού σήμερα κι ένα άλλο δέος θρησκευτικής κατάνυξης μάς πλημμυρίζει μπροστά στον περιλάλητο τούτο εορτολογικό σταθμό του εκκλησιαστικού έτους· όπως κατακλύζει και τους απανταχού ναούς της Χριστιανοσύνης η ευφρόσυνη αγαλλίαση για το «καύχημα» και τη «δόξα» της. Και καθώς θα μας θύμιζε ο «εκκλησιαστικός» Καβάφης, «ο νους μας πιαίνει σε τιμές μεγάλες της φυλής μας, / στον ένδοξό μας Βυζαντισμό».

Ξαναζωντανεύει και πάλι κάτω από το, κατ’ εξοχήν, προσφιλές ιερό μας σύμβολο της λυτρωτικής θυσίας και της κοσμοσωτήριας θείας καταλλαγής το «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ» του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Από το έναστρο εκείνο θαυμαστό όραμα της περιφανούς νίκης κατά του Μαξεντίου πλησίον της Ρώμης το 312 και το «Διάταγμα των Μεδιολάνων» το 313, την πρώτη οικουμενική διακήρυξη της θρησκευτικής ελευθερίας, ο διορατικός αυτοκράτορας απλώνει τη χριστιανική πίστη απ’ άκρη σ’ άκρη της αυτοκρατορίας. Πάνω από τις στρατηγικές ή διπλωματικές ικανότητες, με την ουρανόπεμπτη παντοδυναμία του Σταυρού στην πνευματική και κοσμογονική της διάσταση είναι που αφουγκράζεται τους παλμούς της εποχής του και συλλαμβάνει εξ αρχής τα μηνύματα των καιρών: μόνο ο Χριστιανισμός με τις απαράγραπτες ανθρωπιστικές του αξίες θα μπορούσε να εγγυηθεί όχι, απλώς, την επέκταση της κοσμοκρατορίας του, αλλά και το ζωτικό μέλλον σύμπασας της ανθρωπότητας.

Ωστόσο, το «ζωηφόρον» και «αήττητον τρόπαιον» γίνεται εκ νέου στα χέρια τού αυτοκράτορος Ηρακλείου το νικηφόρο λάβαρο κατά των Περσών, κατατροπώνοντάς τους το 626, για να υψωθεί θριαμβικά στη Βασιλεύουσα. Τα πολύτιμα τεμάχιά του, που δικαιωματικά διαμοιράζονται στον χριστιανικό κόσμο, δεν φυλάσσονται μόνο ως τα ιερότερα κειμήλια στο σκευοφυλάκιο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και στις Αγιορείτικες μονές, αλλά, σύμφωνα με την παράδοση, και σε ιστορικά μοναστήρια του τόπου μας, όπου προσαράσσοντας κοντά στον Βασιλοπόταμο, κατά τον Λεόντιο Μαχαιρά, η ισαπόστολος Αγία Ελένη τα είχε πολύ ενωρίτερα αφήσει εκεί.

Σεμνύνεται, λοιπόν, ιεροπρεπώς η δική μας νήσος των Αγίων και της απειροκάλλου Χάριτος του Τιμίου Ξύλου μέσα από το βασιλομονάστηρό της του Σταυροβουνιού, το παλαίφατο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου των Γάτων, του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού στο Όμοδος με τον μοναδικό διασωθέντα Άγιο Κάνναβο, της Μίνθης στην Τσάδα και το ερειπωμένο μοναστήρι στην Ανώγυρα μαζί με τους παμπάλαιους φερώνυμους ναούς στην Τόχνη, στα Λεύκαρα, στο Πελέντρι, όπως και τους άλλους στα κατεχόμενα χωριά και τις πόλεις μας. Τέτοιες ώρες είναι που με πόνο ψυχής δακρύζουν οι Λευκονοικιάτες και οι Αμμοχωστιανοί αναπολούν την πανηγυρική ατμόσφαιρα στην εκκλησία του Σταυρού της θαλασσοφίλητης πόλης τους.

Προσκυνούμε ευλαβικά τον θαυματουργό και ακατατανίκητο Σταυρό από τις πολυπρόσωπες δυνάμεις του κακού και συμψάλλουμε με ικετήριους μυριόστομους φθόγγους το απολυτίκιό του ως διθυραμβικό παιάνα της απαράμιλλης εκκλησιαστικής μας υμνολογίας: «Σώσον Κύριε τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου…».

Για να κραταιώσουμε, όμως, την πίστη μας από εθιμοτυπικό ή τυπολατρικό μετέωρο σε φωτεινό ορόσημο χριστιανοπρεπούς συνείδησης, ας ενωτιστούμε την αγωνιστική φωνή του Μακρυγιάννη: «Εμείς, με σκιάν μας τον Τίμιον Σταυρόν, επολεμήσαμεν ολούθε, σε κάστρα, σε ντερβένια, σε μπογάζια και σε ταμπούργια. Και αυτός ο Σταυρός μας έσωσε». Για τούτο και ο Παπαδιαμάντης μέσα από ένα θρησκευτικό του κείμενο υποδεικνύει το λατρευτικό χρέος στους «ειλικρινώς πιστεύοντες»: «Θεός δε μάλιστα επί του Σταυρού παθών επιβάλλεται εις την στοργήν και την λατρείαν πάντων».

Ας μην ξεχνούμε, ωστόσο, και τους μεγάλους ποιητές μας, που ο καθένας με τη δική του ποιητική φωνή ύμνησε τις χαριτόβρυτες δωρεές του Σταυρού μας. Ο Παλαμάς στο «Τραγούδι του Σταυρού» μελωδεί τη δόξα της ελληνορθόδοξης πεμπτουσίας Του: «τους Κωνσταντίνους φώτισα και του Ηράκλειους δόξασα, /και τρικυμίες δεν έσβησαν εμέ, μηδέ Σουλτάνοι». […] Σ’ εσέ γυρνώ, Ιερουσαλήμ, κ’ ένα τραγούδι φέρνω σου. / Είναι πλασμένο από ψυχή και από φωνή Ελληνίδα!». Ενώ ο Παπατσώνης στο ποίημά του «Περί του Ξύλου» επισημαίνει το ελπιδοφόρο μήνυμα του σωτηριολογικού Του έργου: «…Του καθηλώθησαν / όλοι οι δρυμοί της αγωνίας. Χαίρε, Σταυρέ, που, με όλα, / μονάχη ελπίδα εσύ αποβαίνεις στις ερημώσεις». Τέλος, ο Καβάφης μέσα από το ποίημά του «Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών» εναποθέτει στον «Σταυρόν» «την δύναμιν, την σωτηρίαν της οικουμένης».