Βιβλιοπαρουσίαση Ανδρέα Κυριάκου
Ο Ανδρέας Κυριάκου, χωρίς να είναι από τους ευκολογράφους της πληθωρικής εκδοτικής προβολής, σε διάστημα εννέα χρόνων κατόρθωσε να δρέψει τους καρπούς μιας αξιόλογης μυθιστορηματικής συγκομιδής. Έτσι, από το 2005 μέχρι σήμερα κυκλοφόρησαν με ευνοϊκά κριτικά σχόλια τα μυθιστορηματικά του έργα υπό τους εξής τίτλους: «Ο Κύκλος του Μεταξιού», που τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο βιβλίου 2007 της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, «Οι Πανοπλίες Αλλάζουν Χέρια», «Το Βιβλίο των Προσώπων» και «Οδός Αισχύλου - Αμμόχωστος».
Το νέο του ιστορικό μυθιστόρημα, που εκτυλίσσεται σε δύο παράλληλα επίπεδα ευρηματικής πλοκής, σχετίζεται με τα συγκλονιστικά γεγονότα της νεότερης Κυπριακής Ιστορίας: από τα χρόνια της προετοιμασίας του επικού απελευθερωτικού μας Αγώνα μέχρι την Ανεξαρτησία, όπως τα έζησε ο συγγραφέας στη γενέτειρά του μέσα από τις παιδικές και εφηβικές του μνήμες, καθώς και τα έντονα βιώματα μέσα στην αγωνιστική ατμόσφαιρα της οικογένειάς του.
Αν και το έπος του 1955 - 59 με τα θρυλικά του δρώμενα και τα θαυμαστά κατορθώματα των ανήλικων παιδιών και των παλληκαριών της ΕΟΚΑ υπήρξε πηγή έμπνευσης για εκατοντάδες ενδιαφέροντα έργα, το παρόν βιβλίο έρχεται ν’ ανανεώσει την παλιά σοδειά με την ξεχωριστή δυναμική της προσωπικής του σφραγίδας. Για τούτο και το διαβάζεις απνευστί και ιδίως όταν συνδέεσαι συναισθηματικά με τον τόπο διεξαγωγής των αφηγηματικών επεισοδίων και των αληθινών ή αληθοφανών εξιστορήσεων σε μιαν αξεδιάλυτη συνύφανση πραγματικού και φανταστικού, που συνιστά τον ακριβολογικό προσδιορισμό του μυθ-ιστορήματος· εν προκειμένω, βέβαια, το ειδολογικό ζεύγμα εναλλάσσεται ταυτολογικά μεταξύ ιστορικής μυθοπλασίας και μυθοπλαστικής ιστοριογραφικής καταγραφής με την απομυθοποίηση ιδεοληπτικών ψευδεπίγραφων θέσεων.
Επιπλέον, το αμείωτο αναγνωστικό ενδιαφέρον συνέχουν και οι άλλες αρετές του μυθιστορήματος, όπως: η επιδέξια προσαρμογή του γλωσσικού ύφους από τη νευρώδη αφήγηση της δωρικής λιτότητας και τους δοκιμιακούς τόνους παράθεσης ιστορικών ντοκουμέντων, έως τη λυρική αποτύπωση σκέψεων και συναισθημάτων· η διαδοχή επίσης παρένθετων αφηγήσεων και επιταχυνόμενων ρυθμών κορύφωσης της δράσης, οι ανύποπτες μέχρι τέλους ανατρεπτικές εκφάνσεις και συνυφάνσεις του μύθου, η υποβλητική παραστατικότητα αναβίωσης ή επινοητικής μετάπλασης υπαρκτών γεγονότων μέσα από ζωηρές περιγραφές και καθημερινούς φυσικούς διαλόγους, καθώς και η αδρομερής σκιαγράφηση από τον παντογνώστη τριτοπρόσωπο αφηγητή των μυθιστορηματικών ηρώων, το όνομα των οποίων νοηματοδοτεί μηνύματα αλληγορικών συμβολισμών.
Επιχειρώντας να δώσουμε σημειολογικά και μέσα από τις δικές μας επιλεκτικές επισημάνσεις το περίγραμμα της υπόθεσης, που ακολουθεί ένα κυκλικό σχήμα αυτοβιογραφικών συμφραζόμενων από το σήμερα στο χτες έως πάλι το σήμερα, συνοψίζουμε τα εξής: ο συγγραφέας, φωτίζοντας στο πρώτο σκηνογραφικό πλάνο τις απαρχές και τα βαθύτερα αίτια του Αγώνα, ξετυλίγει το νήμα μιας στημένης ερωτικής ιστορίας μεταξύ ενός Άγγλου αξιωματούχου του γραφείου αποικιών και μιας κοσμικής διαζευγμένης Κυπρίας.
Οι σχέσεις αυτές, που αλληγορικά παραπέμπουν στις πλεκτάνες της αποικιοκρατικής διπλωματίας με την τακτική της «Υπόθαλψης Σχέσεων» για τη δημιουργία κλίματος αντιπαλότητας ανάμεσα στους Τούρκους και τους Έλληνες, υποκινούν ταυτόχρονα στο πρόσωπο της ελαφρόμυαλης Μάργκαρετ όχι μόνο την απαξιωτική στάση, αλλά και την προδοσία του Αγώνα από μια μεμονωμένη μερίδα Κυπρίων.
Στον αντίποδα τοποθετεί μιαν οικογένεια αγνών πατριωτών και τον φιλικό τους περίγυρο με τα ίδια αγωνιστικά ήθη. Όχι μόνο το φαρμακείο είναι χώρος επικοινωνίας συνδέσμων, αλλά και το σπίτι τους στην οδό Αισχύλου στην Αμμόχωστο μετατρέπεται, για τις ανάγκες του Αγώνα, σε κρυψώνα-καταφύγιο, κέντρο διέλευσης ενόπλων πριν και μετά τις δολιοφθορές, τυπογραφείο εκτύπωσης και διανομής φυλλαδίων και αυτοσχέδιο χειρουργείο σοβαρά τραυματισμένων αγωνιστών.
Σε μικρογραφία και τα δύο αυτά υποστατικά μαζί με τους αγωνιστές τους, μικρούς ή μεγάλους, τις τολμηρές πράξεις των εντεταλμένων αποστολών και τις θανάσιμα ριψοκίνδυνες δράσεις τους απηχούν τα λημέρια και τα κρησφύγετα των ανταρτών, το σθένος της ακατάβλητης μαχητικότητας των ενταγμένων στον Αγώνα μαθητών στους δρόμους των διαδηλώσεων κατά των Άγγλων κατακτητών, καθώς και το πέρασμά τους στην αθανασία με τον ηρωικό τους θάνατο. Προσφυής η εκτενής αναφορά στον Παλληκαρίδη, τον Γιάλλουρο, τον Αυξεντίου και τον Αλέκο Κωνσταντίνου.
Τόσο η μάνα και ο πατέρας όσο και η μεγαλύτερη κόρη και ο μικρότερος γιος με τους συμμαθητές τους, που αναλαμβάνουν ο καθένας τη δική του μυστική αποστολή και όλοι μαζί τα δίνουν όλα για την τελεσφόρηση του Αγώνα ενάντια στον αποικιακό ζυγό, ενσαρκώνουν τη συντριπτική πλειοψηφία του κυπριακού λαού, τα ανεπανάληπτα εκείνα χρόνια της αθωότητας, της γενναιοψυχίας και της αυτοθυσίας.
Ωστόσο, ο συγγραφέας στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, συνομιλώντας με τον σκύλο του Γουλφ, που προσωποποιεί το alter ego του, δεν διστάζει να διατυπώσει μέσα από τραγικές διαπιστώσεις και προσωπικές ενστάσεις το παράπονό του για την αδικαίωτη κατάληξη εκείνου του υπέροχου αγώνα.
Μέσα από τη νοερή αυτή ευρηματική συνομιλία, που υπονοεί τον διάλογο με τον αναγνώστη, επικαιροποιώντας τους προβληματισμούς του για τα μετέπειτα δεινά που έπληξαν την πατρίδα μας και τη μοίρα του κυπριακού Ελληνισμού, θα πει ανάμεσα σ’ άλλα καίρια και σημαντικά με τη φωνή του πιστού του φίλου: «…όπου και να πήγαινες, αν ποτέ τολμούσες, θα ξαναγύριζες εδώ, γιατί εδώ αρχίζει και τελειώνει του ταξιδιού σου το όραμα, γιατί σ’ εσένα φύτρωσε ο σπόρος στην καρδιά που έσπερναν αιώνες τώρα! Μέσα σου ρέει αίμα ελληνικό. Συνέχεια τονίζεις ότι χρειάζεται προσοχή απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, να κρατήσουμε τον Ελληνισμό, την Ορθοδοξία με νύχια και με δόντια».
Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή




