Καθώς οι ανεπίστροφοι δρόμοι της απέραντης λύπης και οι ατέλειωτες διαδρομές μιας ολάκερης αγωνίας στρογγυλεύουν τον κύκλο των 40 επώδυνων και επονείδιστων ενιαυτών, μένουμε ακόμα να ψελλίζουμε ελεγείες με θρηνητικούς φθόγγους και «εξόδιους» απόηχους. Γιατί όπου κι αν πήγαμε, όπου κι αν βρεθήκαμε όλα αυτά τα 40 χρόνια της προσφυγιάς και της εντόπιας ή της οδυσσειακής μας αποδημίας, των πλανερών ονείρων και των φρούδων ελπίδων, δεν πάψαμε ν’ αφουγκραζόμαστε μετωνυμικά τον σημαδιακό στίχο του Σεφέρη: «Όπου και να ταξιδέψω η Αμμόχωστος με πληγώνει». Η αιμάσσουσα πληγή, που δεν λέει να κλείσει από τότε, όπως εκείνη που αβάσταχτα πονά σε μιαν άλλη αποφθεγματική εγγραφή του ποιητή μέσα από τις «Μέρες» του: «Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό».
Ωστόσο, τούτη η ακαταλάγιαστη πίκρα, που στο διάβα των άγριων καιρών και στην εναλλαγή των δίσεκτων χρόνων συσσωρεύτηκε θρόμβος στην καρδιά και πεδούκλωμα του νου, δεν μας έριξε στα τάρταρα της κυνικής παραίτησης μήτε άνοιξε μέσα μας βαθύ σκοτεινό πηγάδι συφοριασμένης μοίρας και μαύρου απελπισμού. Κι ας την είπαμε την πόλη μας φάντασμα, νεκρή και πεθαμένη. Είναι γιατί τη γνωρίσαμε ν’ ακμάζει και να σφύζει από ζωή, ζωντανεύοντας τα πρωτινά οράματα και τις αλλοτινές προσδοκίες.
Όχι! Καθόλου δεν την εννοούσαμε έτσι τη θαλασσοφίλητή μας πόλη, την κοσμοξακουσμένη ανά τους αιώνες και τα πέρατα της οικουμένης. Μπορεί να τη βλέπαμε ανάμεσα στα χαλάσματα, τα συντρίμμια και τα συρματοπλέγματα του κατακτητή πληγωμένη κι απορφανισμένη, μα ποτέ αφανισμένη κι ενταφιασμένη. Για τούτο και δεν νιώσαμε ποτέ ξεριζωμένοι, με τις ρίζες μας να φτάνουν ώς βαθιά στα ιερά χώματα των Αχαιών προγόνων· μήτε κι αισθανθήκαμε ποτέ απόκληροι της γης, που μας γέννησε και μας έθρεψε με το καθαγιασμένο μύρο της θάλασσάς της.
Και μόλο που σπαράζουν και σχίζονται στα δυο τα σωθικά μας, αντικρίζοντας σήμερα τους μοιρασμένους δρόμους κάτω απ’ τις ανόσιες χαρακιές του Αττίλα στα κράσπεδα του μίσους και του αίσχους, εμείς μια πόλη ακέρια, ενιαία αναγνωρίζουμε. Όπως ακριβώς τη ζήσαμε και την αφήσαμε αλαφιασμένοι εκείνο το αυγουστιάτικο πρωί της προδοσίας και της παράδοσης στο έλεος του Τούρκου επιδρομέα και της βάρβαρης ληστρικής του διαρπαγής.
Έτσι, όπως πριν την ατίμωση και τον χαλασμό την καμαρώναμε να μεγαλώνει και ν’ ανθίζει από τον ακάματο μόχθο των παππούδων μας ίσαμε τον δικό μας ευλογημένο ιδρώτα: με όλες της τις γειτονιές και τις ενορίες, τα γραφικά προάστια με τα περιβόλια και τους πορτοκαλόκηπους, τις κεντρικές λεωφόρους με τα επιβλητικά κτήρια και τα παραθαλάσσια τουριστικά ξενοδοχεία. Σ’ αυτή τη δική μας ολόκληρη πόλη απαιτούμε να γυρίσουμε και δεν επαιτούμε μονάχα το περίκλειστο κομμάτιασμά της με τους παράλογους και ανυποχώρητους όρους του κατακτητή.
Τέτοιες επετειακές μέρες και τέτοιες αλγεινές ώρες ξυπνά μέσα μου πιο αβυσσαλέα η οργή και φρικτότερο το παράπονο, καθώς ανασταίνω εμπρός μου τον πατέρα να βιάζει τα βήματα της επιστροφής στην αγαπημένη μας πόλη, κάτω από τις άλαλες καμπάνες των ψεύτικων υποσχέσεων. Πόσες φορές, στ’ αλήθεια, από τότε πήρε ν’ αναφτερώνει στα φυλλοκάρδια το απτόητο κουράγιο της αισιοδοξίας, ετοιμάζοντας την προσφυγική του βαλίτσα; Κάθε που έβγαινε καινούργιος Αμερικανός πρόεδρος και κάθε που η παράδοση της Αμμοχώστου στους νόμιμους κατοίκους της πρόβαλλε δήθεν ως προαπαιτούμενο έναρξης των συνομιλιών. Πώς θ’ άντεχε, αν ζούσε σήμερα ο πατέρας, έναν άλλον εμπαιγμό, ανεμίζοντας παντιέρα τα ψευδεπίγραφα συνθήματα των ΜΟΕ;
Το μόνο που θ’ άντεχε μαζί με τους συμπρόσφυγές του Αμμοχωστιανούς, ύστερα από 40 χρόνια καρτερικής αναμονής, είναι την παρήγορη υπόμνηση του Μακρυγιάννη διά στόματος και πάλι Σεφέρη: «η γης δεν έχει κρικέλια / για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν». Κρικέλια έχει μονάχα η μνήμη, για ν’ αγκιστρώνει τους καημούς της θύμησης και τις αναμνήσεις της ζωής μας, τους ασίγαστους πόθους του νόστου μας και την αγωνιστική βούληση για επιστροφή στην ομηρική ιμερόεσσα Αμμόχωστο ή στην «Αμμόχωστο Βασιλεύουσα» του συμπολίτη μας Ποιητή. Είναι αυτά τα ίδια κρικέλια της επίμονης κραυγής, που γαντζώθηκαν στο συρματόπλεγμα του εισβολέα, έξω απ’ τις θαλασσινές παρυφές της πόλης μας: «Άφησα μέσα την ψυχή μου. ΑΝΟΙΞΕΤΕ».
Είναι τα κρικέλια-ποδαράκια του αθάνατου πουλιού μέσα από το διήγημα του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ «Η πόλη όλη», που γαντζώνονται «στα θλιβερά και ανατριχιαστικά συρματοπλέγματα», για να μπορεί «να επαναλαμβάνει δυνατά μια και μοναδική φράση: την πόλη έκτισε ο Τεύκρος, ο γιος του Τελαμώνα, ο Τεύκροοοοος…». Γιατί, κατά την Κλαίρη Αγγελίδου, «η Σαλαμίνα αλυσοδεμένη καρτερά / νάρθει ο Καιρός της Νέμεσης».
Και είναι τέλος οι στίχοι-κρικέλια του αξέχαστού μας Θεοδόση Νικολάου, που με νουνεχή υπόμνηση ορμηνεύουν: «Αξίζει και το Σπίτι αυτό να στέκει / Και είναι δίκαιο να υπάρχει / Ως η μόνη καταφυγή των ενοίκων του».




