Έχω την αίσθηση πως τούτο το καλοκαίρι μοιάζουμε στον χιονάνθρωπο Όλαφ του «Frozen», που λύνοντάς του τα μάγια θέλει ν’ αφήσει πίσω του τους πολικούς πάγους της μηχανορραφίας, της επίβουλης κακοήθειας και της απάνθρωπης εκμετάλλευσης, για να επιβιώσει σε μια ζεστή καλοκαιρία παρατεταμένης διάρκειας. Όσο και να διαφοροποιούνται οι παντοδαπές ψυχρολουσίες και οι παγωμένες καρδιές της δικής μας καταναγκαστικής χειμερίας νάρκης, ο συσχετισμός είναι ορατός με τη «frozen» μυθική Αρέντελ του Disney, βασισμένη στο αρχετυπικό παραμύθι του Άντερσεν «Η βασίλισσα του χιονιού», σε σεναριογραφική μεταγραφή από τον Jennifer Lee.
Έτσι, «ξαφνικά» φέτος και όχι «πέρσι το Καλοκαίρι» και ξορκίζοντας κάθε μίασμα ή παραλήρημα ψυχικής διαταραχής έως διανοητικής παράκρουσης, για να παραπέμψουμε πάλι όχι σε κινούμενα σχέδια αλλά σε συνειρμούς από το ομώνυμο θεατρικό του Τένεσι Ουίλιαμς, μπήκαμε στην τροχιά των θερινών διακοπών.
«Σαν έτοιμος από καιρό σα θαρραλέος» ο Δονκιχοτικός Ροσινάντε, μεταλλαγμένος σε κρουαζιερόπλοιο, αεροπλάνο, έστω σε κάποιο χερσαίο μέσο διαφυγής από τα εντός εκτός και επί τα αυτά. Κι όσοι ακόμη επέστρεψαν από μακρινότερες ταξιδιωτικές εξορμήσεις είτε από τα παραθαλάσσια καταφύγια της αλλαγής και τα επιτόπια ορεινά θέρετρα της ραστώνης, το «Όνειρο θερινής νυκτός» συνεχίζεται στο προσκήνιο των καλοκαιρινών δρώμενων, κι ας μη μαγεύεται πια από τα ρομαντικά Σαιξπηρικά φίλτρα και τα ξωτικά του δάσους της ελληνικής μας μυθολογίας.
Και πώς δηλαδή συνεχίζεται, εξακολουθώντας με διαφορετικές μαγικές επικλήσεις να νανουρίζει τις νύχτες και να δροσίζει τις καυτές αυγουστιάτικες μέρες μας; Με τις παραπλήσιες, προφανώς, μετατοπίσεις και τις ονειρικές ενατενίσεις, τις περισυλλογές ωραίων αναμνήσεων και αξέχαστων περιπετειών, τις αναδιηγήσεις εντυπώσεων και τα οδοιπορικά ημερολογιακών καταγραφών. Όπως αυτό, ακριβώς, φίλης ταξιδιογράφου, που γυρνώντας από την Αρμενία αποτυπώνει ανάμεσα σ’ άλλα τα εξής:
«Κάθε βράδυ, ντόπιοι και ξένοι ζούμε σε μια ονειρώδη ατμόσφαιρα στην τεράστια, κεντρική πλατεία, την Πλατεία Δημοκρατίας. Τριγύρω πανέμορφα κτήρια, ξενοδοχεία, μουσεία, Υπουργεία, με τον φωτισμό να αυξάνει την ομορφιά και τη γοητεία τους. Πολύχρωμοι πίδακες, νερά που χορεύουν στους ρυθμούς μαγευτικής μουσικής, πότε βαλς του Στράους, πότε η γλυκιά φωνή της Εντίθ Πιάφ, άλλοτε το χορωδιακό του Ναμπούκο ή πιο μοντέρνοι ρυθμοί, μας κρατούν καθηλωμένους στη μαγεία της βραδιάς».
Να που και εδώ πρωτοστατούν η μαγεία και το όνειρο, που δεν λένε να δώσουν τη θέση τους στην πεζή καθημερινότητα και στη θέα των αμείλικτων δεινών μας. Για τούτη την αποκαθήλωση, λοιπόν, των έστω προσωρινών εξάρσεων και των παροδικών ανατάσεων, των ζωντανών χρωμάτων και των ζωηρών αποχρώσεων είναι που χρωστάμε τη χάρη της ανανέωσής μας στο φετινό καλοκαίρι.
Γιατί δεν είναι μόνο η οικονομία μας, που με τη λεγόμενη «επανεκκίνησή» της πρέπει να ανακάμψει, αλλά κυρίως και κατ’ εξοχήν να αποσβεσθεί η ψυχολογία της ανασφάλειας και της απώλειας, της ματαίωσης και της τρωθείσας αξιοπρέπειάς μας. Και μ’ αυτή την έγνοια είναι που παραφράζουμε τις καβαφικές προτροπές στο ακριβολογικό τους επίπεδο:
«Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου, / Καλλίτερα [μέρες πολλές] να διαρκέσει•». Είτε πρόκειται για το πρόσφατο ή νοερό ταξίδι ανάπλασης εικόνων από γνώριμα τοπία και εξωτικές φανταστικές χώρες είτε για επικείμενους κοντινούς ή μακρινούς προορισμούς, δεν παύουμε ν’ αφουγκραζόμαστε καλοκαιρινούς στίχους ταξιδιάρικους άλλων ποιητών μας, όπως εκείνους του Παλαμά, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου και του Καββαδία: «Ζωής πλημμύρα / το καλοκαίρι / Θεού χαρά!». «Τώρα γυρεύω λίγη ησυχία / θα μου ’φτανε μια καλύβα σ’ ένα λόφο / ή σε μια ακρογιαλιά». «Όλα τα πήρε το καλοκαίρι / με τα μισόλογα τα σβησμένα / τα καραβόπανα τα σχισμένα». «Δεν έχει ο αγέρας του καλοκαιριού κανένα μυστικό για μας που / περπατάμε ξυπόλυτοι στα χόρτα και μιλάμε στα τζιτζίκια τη γλώσσα / του ήλιου».
«Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής / των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων». Ωστόσο, προσωπικά ομολογώ πως ανήκοντας στους ταξιδευτές της αναβλητικής παρέλκυσης για τη χαρά της προσδοκίας και την ψευδαίσθηση της επιμήκυνσης τής καλοκαιρινής σχόλης, έχω επιλέξει για φέτος όχι τα «μακρυσμένα ταξίδια», αλλά τον γαλάζιο αιγαιοπελαγίσιο «πόντο», αφού θα πρωτοπάω στη Σκιάθο.
Ώς πότε θα συλλαβίζω από μακριά τα παπαδιαμαντικά τοπωνύμια και ανθρωπωνύμια των διηγηματικών ηρώων και των ανεπανάληπτων ηρωίδων του κυρ Αλέξανδρου, μνημονεύοντας μαζί με τον εθνικό μας ποιητή τον άγιο των Ελληνικών μας Γραμμάτων καθ’ υπόδειξη ελυτική και προπάντων τώρα «που μας βρήκε το κακό» στην παντοδυναμία του.
Εξάλλου, πέρα από τις δυσοίωνες ώρες των μνημονίων, για τις «μνησιπήμονες» και τις κατανυκτικές μέρες που έρχονται, λέω να φρεσκάρω στη μνήμη τα πιο πολυδιαβασμένα του διηγήματα, σκύβοντας με δέος στον «Ρεμβασμό του Δεκαπενταύγουστου». Και λέω ακόμα να πάρω μαζί μου τους ετεροχρονισμένα επίκαιρους «Εμπόρους των Εθνών» του. Εσείς, αλήθεια, ποια βιβλία θα «κατεβάσετε» στα σακίδια και στις αποσκευές των θερινών αποδράσεων και περι-διαβάσεών σας;




