Κάθε που ξημερώνει 20 του Ιούλη οι ίδιες από τότε πολεμικές σειρήνες της τούρκικης αρμάδας, που σμίγουν με τις μεθυσμένες ιαχές των Μεχμετζίτ, να μας ξεκουφαίνουν, ανοίγοντας βαθιά στα σωθικά την κακοφορμισμένη πληγή, που λέγεται Κερύνεια. Και να μην μπορεί μήτε η φωνή του Προφήτη Ηλία από το ρημαγμένο ξωκκλήσι του στον Πενταδάκτυλο, να μας χαράξει ένα σημάδι απαντοχής κι ελπίδας ανήμερα της γιορτής του. Πότε θα καταπέμψει τις θαυματουργές φωτιές στους αντίχριστους από το πύρινο άρμα της ανάληψής του και μαζί της δικής μας ανάστασης;

Ωστόσο, φαίνεται πως αργεί ακόμα το θαύμα, καθώς δεν συνεργήσαμε κι εμείς, όταν και όσο έπρεπε για την επιτέλεσή του. Και μένουμε έκτοτε εγκλωβισμένοι μέσα σε φρούδες υποσχέσεις και ατελέσφορες προσδοκίες όχι μόνο από τον εμπαιγμό των ισχυρών και τη μαινόμενη αδιαλλαξία του κατακτητή, αλλά προπάντων από τις δικές μας αίολες παλινδρομήσεις μιας διαιωνιζόμενης επισφαλούς πορείας.

Και οι εικόνες με τα τεφρά χρώματα της προδοσίας και του τρόμου, της απόγνωσης και του θανάτου να περιστρέφονται σ’ εκείνες τις εφιαλτικές περιάκτους των στημένων σκηνικών:

Μιλιούνια Τούρκοι στρατιώτες ν’ αποβιβάζονται στο Πέντε Μίλι, σμήνη αεροπλάνων κι ελικόπτερα να πηγαινοέρχονται δαιμονισμένα κι ο ουρανός κατάμαυρος να βρέχει αλεξιπτωτιστές στον θύλακο Λευκωσίας - Αγύρτας, τα στρατόπεδα και τα παράκτια φυλάκιά μας από τη Γλυκιώτισσα και την Αχειροποίητο μέχρι τα Πάναγρα να βομβαρδίζονται ανελέητα, ενώ τα πυροβόλα των πλοίων με τις ομοβροντίες των όλμων από τον Άγιο Ιλαρίωνα να σκορπούν τον χαλασμό απ’ άκρη σ’ άκρη. Κι οι Κερυνειώτες, όσοι δεν πιάστηκαν στον ύπνο, να τρέχουν έντρομοι κι αλαφιασμένοι ίσαμε τους περιβολότοπους και το ξενοδοχείο «Dome» μέχρι την έξοδο της ανεπίστροφης φυγής τους.

Κι η κόρη του Κηφέα και του Πράξανδρου να σπαράζει από την ατίμωση, να εξανδραποδίζεται και να σφαγιάζεται από το ασελγές μένος των θηρίων. Πώς να την υπερασπιστούν, με ποια καρδιά και με ποια λιανοντούφεκα μια δράκα απειροπόλεμων φαντάρων, ως μια χαψιά στο στόμα των λύκων; Στοιβάζονται οι σκοτωμένοι και οι πληγωμένοι, δεν καταμετρούνται τα θύματα των βιασμών, οι αιχμάλωτοι για τα Άδανα και οι αγνοούμενοι.

Η Κερύνεια του ’74, της εισβολής και της ακάθεκτης επέλασης, της βίαιης κατάληψης και της οριστικής άλωσης είναι η κατάληξη της τουρκανταρσίας του ’63 και ’64 στα αιματοβαμμένα και καμένα χώματα της ηρωικής Τηλλυρίας, καθώς και η υλοποίηση των εξ αναβολής τουρκικών σχεδιασμών του ’67.

Και οι εικόνες, συναφείς και αλληλένδετες, μέσα από το φάσμα της ιλιγγιώδους επανάληψης, αλλά και της απρόοπτης μεγέθυνσής τους, κάτω και πάνω από τις «υπέρογκες αρχιτεκτονικές· Λαρίων […] Μπουφαβέντο·»· αποτυπωμένες ολοένα και πιο καθαρά στη μνήμη καταγράφονται επίσημα στις δέλτους της Ιστορίας:

Είναι η διττή ηρωική αντίσταση ενάντια στα άνωθεν προδοτικά επιτελεία της Χούντας και στα προγεφυρώματα της τουρκικής υπεροπλίας από τους Κύπριους και Ελλαδίτες πεζοναύτες και ναυμάχους μας, γνήσιους απογόνους των ένδοξων Μαραθωνομάχων και Σαλαμινομάχων. Είναι από τις πρώτες ώρες της εισβολής τα λιονταρόψυχα παιδιά του Τ.Π. 251, υπό τον μέχρι σήμερα αγνοούμενο αντισυγματάρχη Παύλο Κουρούπη, τον «Λεωνίδα της Κερύνειας», καθώς και η άνιση αναμέτρηση με τα τουρκικά αντιτορπιλικά της τορπιλακάτου Τ.3, υπό τον αντιπλοίαρχο Ελευθέριο Τσομάκη.

Πώς θα μπορούσε μια υποτυπώδης ναυτική δύναμη, προδομένη κι αυτή, να τα βάλει με ολόκληρη νηοπομπή κάτω από τους φονικούς πολυβολισμούς της τουρκικής αεροπορίας; Και το απόρθητο φρούριο της Κερύνειας, που είχε κι αυτό το μερτικό του στον Απελευθερωτικό μας Αγώνα, πάνω από τον ναύσταθμο των ανεπαρκών μέσων και των αντιφατικών οδηγιών, να στέκει βουβό και σκοτεινό, μ’ ένα αναπάντητο ερωτηματικό στα προπύργια και τις πολεμίστρες του.

Μόνο ένας φαντάρος αναπετά την ελληνική σημαία μπροστά στα τούρκικα άρματα της παραπλάνησης, ενώ οι λιγοστοί του σύντροφοι σαν άλλοι ελεύθεροι-πολιορκημένοι καταφέρνουν να αποδράσουν. Σάμπως και ήταν η φωνή της «Ηλέκτρας» του Σοφοκλή, που πριν από μερικά χρόνια είχε ακουστεί στην αυλή του μέσα από την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου: «…στο ’να από τα δυο δε θ’ αστοχούσα: / θα γλύτωνα ή θα πέθαινα καθώς αξίζει». Γλύτωσαν εκτός από δυο εκείνα τα παιδιά, αφήνοντας πίσω από τη σιδερόφραχτη καστρόπορτα φυλακισμένο το αρχαίο σκαρί, που ακόμα περιμένει τον Έλληνα Θησέα του να το ελευθερώσει από τον αδηφάγο Μινώταυρο.

Κερύνεια 1974 - 2014. Σαράντα ολόκληρα χρόνια σκλαβιάς από τον Αττίλα, που χάλασε και μαγάρισε τους πιο αγαπημένους τόπους, κι αφουγκραζόμαστε ακόμα τη διαμαρτυρία του Μυριβήλη, γράφοντας για το Μπέλαπαϊς: «Πουθενά δεν βρήκα την ιστορία να πατά τόσο καταθλιπτικά το στήθος ενός τόπου όσο στην Κύπρο».

Κι ύστερα, οργισμένοι και άναυδοι να επαναλαμβάνουμε τους στίχους του Μόντη: «Είναι δύσκολο να πιστέψω / πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας». Κι η μόνιμη απορία του αναπάντητη: «Και τι θα γίνει τώρα;». Προσέχοντας τον καθρέφτη του εαυτού μας, καθώς προστάζει ο Σεφέρης, ώς πότε θ’ απορούμε, πισωστρέφοντας «Στα περίχωρα της Κερύνειας» και πένθιμα θα μοιρολογούμε: «πώς κάνει εντάφιο το πρόσωπό μας;»;