Ο Ιούλης με τις πικρές του μνήμες και τις πυρίκαυστές του μέρες μάς πληγώνει. Είναι όχι του Ελύτη μα το δικό μας «σώμα του καλοκαιρού», το «γυμνό, καμένο, φαγωμένο» με τις ανοιχτές αιμάσσουσες πληγές του· και μαζί η πνιγμένη φωνή της ιστορίας του, που σμίγει «ανθ’ ύπνου» τους λυγμούς του Αισχύλειου μνησιπήμονος πόνου με τους άλυτους κόμπους των γόρδιων δεσμών τούτου του δύσμοιρου τόπου.
Δεν μπορείς, λοιπόν, να ξεχάσεις· κι αλίμονο αν απολιθωμένος ξεχαστείς στη χώρα της λήθης και ξεμείνεις με τους Λωτοφάγους επιλήσμων και αμνήμων. Μα ήδη καλά το ξέρεις πως οι χθόνιες της γης σου Ερινύες θανάσιμα τιμωρούν τους μνημοκτόνους και πως δεν δύνασαι να ξεφύγεις από τις αποφράδες εκείνες ημέρες, καθώς αυτεπίστροφες έρχονται με πιο βαθιές τις χαρακιές, θυμίζοντάς σου εκείνους που πράξαν το κακό ενάντια στο καλό και το δίκαιο.
Για τούτο και καθ’ υπέρβασιν του Ησιόδειου λεκτικού τους σχήματος δεν τις αποσιωπάς τις κακόσημες μα και σημαδιακές τούτες μέρες, που από το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν επωδύνως απηχούν σε ένα επισφαλές παρόν το εσπευσμένο χρέος του μέλλοντος.
Και εν πρώτοις, η κάθε 9η Ιουλίου δεν είναι μόνο για να καταθέτεις το επίσημο ή ανεπίσημο στεφάνι της ευγνώμονης τιμής και της εθνικής σου περηφάνιας στο καλλιμάρμαρο μαυσωλείο της Φανερωμένης ή τη σεπτή προτομή του Εθνομάρτυρος Αρχιεπισκόπου Κυπριανού, είτε ακόμη να στέκεσαι περιδεής μπροστά στο ακοίμητο καντήλι της Κρύπτης των Φιλικών.
Είναι, κατ’ εξοχήν, για ν’ αφουγκράζεσαι τους επικούς στίχους του βάρδου της φυλής για το ανυποχώρητο σθένος και την υπέρτατη ηρωική θυσία των επιφανών κληρικών και προκρίτων του Κυπριακού 1821, με μπροστάρη τον Πρωθιεράρχη Κυπριανό: «παρά το γαίμαν τους πολλούς εν κάλλιον του πισκόπου». Γιατί δεν ορρωδεί και δεν κάμπτεται μπροστά στην αγχόνη της Τουρκιάς, για να συνεχίσει «η ρωμιοσύνη» της Κύπρου, «η συνότζαιρη του κόσμου», να «πετάσσει τριγύρω της τρακόσια παραπούλια».
Κι όμως, ενάμιση αιώνα μετά, η ανθελληνική χούντα των Συνταγματαρχών και τα εδώ φερέφωνα όργανά τους, με το προδοτικό πραξικόπημα της 15ης του Ιούλη του 1974, θέλησαν να διακόψουν τη συνέχεια αυτή με την ανατροπή του επιγόνου τού Κυπριανού, του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και πρώτου εκλελεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Στη διάλυση της νεοσύστατής μας κρατικής οντότητας απέβλεπαν οι αμερικανικής προέλευσης πραξικοπηματικοί σχεδιασμοί της CIA μέσω των γελοίων δικτατορίσκων των Αθηνών και των επίδοξων εγκάθετών τους. Θα μπορούσαν, άραγε, οι παράφρονες αυτουργοί και οι άφρονες συνεργοί τους να προβλέψουν τις ανεπανόρθωτες τραγικές συνέπειες του εγκληματικού χουντικού πραξικοπήματος και της ΕΟΚΑ Β; Την πρώτη τουρκική εισβολή στις 20 του Ιούλη, που προοιώνιζε τη δεύτερη επέλαση των ορδών του Αττίλα στις 14 του Αυγούστου.
Και ιδού πώς συντελέστηκε η δεύτερη τουρκοκρατία στο διάβα 40 ολάκερων χρόνων εισβολής και κατοχής με τις πόλεις και τα χωριά μας να τουρκεύουν, τα ιερά και τα όσιά μας να εκμαυλίζονται από τον βάρβαρο κατακτητή και με τον πέλεκυ τής προ πολλού προσχεδιασμένης απειλής για την αλά τούρκα ομοσπονδιοποίηση της πατρίδας μας. Είναι για τούτο που τον φετινό Ιούλη πέφτει ακόμα πιο βαριά η σκιά του μισοφέγγαρου από τον σαρανταπληγιασμένο Πενταδάκτυλο της σκλαβιάς και της ατίμωσης.
Από καιρό ήδη έχει «φουσκώσει της πίκρας το προζύμι», κατά τον ποιητή: ο θυμός της ύβρης και η οργή της νέμεσης για όσα δεν έπρεπε να κάνουμε, τα άλλα τόσα που οφείλαμε να πράξουμε και αυτά που το πρώτιστο και το έσχατο χρέος μας προς την πατρίδα μάς προστάζει να επιτελέσουμε. Ας αφουγκραστούμε μονάχα τους εναγώνιους κραδασμούς μιας νεανικής φωνής, που μας παραδίδει μαθήματα περισυλλογής και αναστοχασμού, αληθινής φιλοπατρίας και γνήσιας αγωνιστικότητας.
Και για να μην ξεχνούμε άλλη μιαν τραγική επέτειο του πολυπονεμένου πυρίκαυστου Ιούλη, εκείνης που βγαίνει μέσα από τα σπλάχνα της θυγατέρας του ήρωα της έκρηξης στο Μαρί Ανδρέα Ιωαννίδη: «Είμαστε επιεικώς απαράδεκτοι και αδικαιολόγητοι να ξεχνάμε». «Υψίστης σημασίας πράξη του πολιτικού είναι η αγάπη προς την πατρίδα και η λήψη αποφάσεων με μόνο γνώμονα αυτή».
Και όχι μόνο του πολιτικού, αγαπητή μας Κυριακή, αλλά και όλων, εμάς των μεγαλύτερων και εσάς των νέων, όσων αγαπούμε πραγματικά τούτο τον τόπο και γνοιαζόμαστε για τη λυτρωτική κάθαρση της τραγωδίας του, τη δικαίωση, την απελευθέρωση και την επανένωσή του. Για να εξακολουθήσει να ακούεται η φωνή του Αισχύλου από τα βάθη της Ιστορίας ώς τα πέρατα της οικουμένης: «Νήσος τις έστι».




