Και ιδού που ξαναγινόμαστε μάρτυρες των επί τα χείρω αποτελεσμάτων των Παγκυπρίων εξετάσεων σε νευραλγικά μαθήματα, με αποκορύφωμα την κορυφή του παγόβουνου: τον θλιβερό κάτω από τη βάση μέσο όρο στα Νέα Ελληνικά του μισού μαθητικού πληθυσμού των τελειοφοίτων μας.
Θλιβερότερες, ωστόσο, αποβαίνουν οι αχρείαστες μετατοπίσεις ευθυνών ή οι οψιφανείς παραδοχές συνυπευθυνότητας με κροκοδείλιους τόνους μιας ανεξιλέωτης απολογίας για την ασύγγνωστη κατάντια. Οι δε σκιαμαχίες ομότροπων ή αντίθετων απόψεων γύρω από την παταγώδη αποτυχία του σχολικού εγγραμματισμού των νέων μας παραπέμπουν σε δονκιχωτικές αποτιμήσεις, που δεν επιλύουν αλλά αναπαράγουν με βερμπαλιστικές διαπιστώσεις το πολυπαραγοντικό χρόνιο πρόβλημα. Με οργίλο ή άκρως απογοητευτικό αίσθημα, τουτέστιν, δεν απαριθμούμε, απλώς, τα αίτια και τα αιτιατά της χιονοστιβάδας, καταλογίζοντας ευθύνες σε αυτουργούς και συναυτουργούς, αλλά και αντιστρέφουμε κατά το δοκούν, ενίοτε, την αξιολογική βάση της πυραμίδας. Με τις δυσφημιστικές στερητικές ιδιότητες της αγλωσσίας, της λεξιπενίας, της δυσλεξίας και της αφασίας, καθώς και της αμφίδρομης δυστοκίας παραγωγής κριτικής σκέψης και νοήμονος επικοινωνιακού λόγου εγκαλούνται συλλήβδην οι αγράμματοι, οι απαίδευτοι και ανελλήνιστοι μαθητές μας! Και η ανεπάρκειά τους ή μάλλον η τετραπληγική τους αναπηρία είναι ότι δεν αποστήθισαν ύμνους από το ψαλτήρι, κάποιους στίχους από τον Όμηρο ή μια - δυο παραγράφους από τον Ξενοφώντα, όπως οι προπάτορές τους στο Δημοτικό και τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. Ενοχοποιείται, προσέτι, η δυσκαμψία μετάβασης από την κυπριακή διάλεκτο της καθημερινής ομιλίας στον επίσημο γραπτό λόγο της νεοελληνικής κοινής.
Μήτε, ωστόσο, οι αφοριστικοί χαρακτηρισμοί μήτε οι ισοπεδωτικές και μανιχαϊστικές προσεγγίσεις στα επιφαινόμενα της συμπτωματολογίας εμβαθύνουν στην έστω και υστερογενή διάγνωση της ασθένειας. Και φυσικά δεν χρειάζονται αξονικές τομογραφίες, εξειδικευμένες αναλύσεις και επιστημονικές κοινωνιογλωσσικές μελέτες, για να καταδείξουν τη σοβαρότητα της κατάστασης του μεγάλου ασθενούς, εφόσον το σύνδρομο μιας πολλαπλής παθογένειας από ορατό έχει καταστεί οριακά εξόφθαλμο τα τελευταία ιδίως χρόνια.
Όσοι έχουν βιωματικές εμπειρίες και όσοι εμπλέκονται ενεργώς στα εκπαιδευτικά πράγματα θα πρέπει επωδύνως να αγωνιούν για τη φθίνουσα πορεία των Νέων Ελληνικών από την απίσχνανση στη συρρίκνωση της γλωσσικής πρόσληψης και έκφρασης, καθώς και του λογοτεχνικού αισθητηρίου της πλειονότητας των μαθητών μας τόσο στις Γυμνασιακές όσο και στις Λυκειακές βαθμίδες. Η δυσλειτουργική, όμως, μάθηση και η αναποτελεσματική απόδοση σε ένα τόσο πολύπτυχο και πολυεπίπεδο μάθημα δεν ερμηνεύεται με τον νόμο της παρθενογένεσης και της μονομερούς προκρούστειας λογικής.
Το εύρος της συνευθύνης επιμερίζεται αναλογικά από τα βαρίδια ενός γλωσσικά και αναγνωστικά αδιάφορου οικογενειακού περιβάλλοντος, καθώς και της στοιχειώδους δημοτικής εκπαίδευσης χωρίς ενότητα σκοπών και στόχων, αναλυτικών προγραμμάτων και διδακτικών μεθόδων με τη μέση εκπαίδευση έως τους πειραματισμούς, τους μετεωρισμούς και τις παλινωδίες του τραγελαφικού εκπαιδευτικού μας συστήματος. Ενός συστήματος «υπερεκπαίδευσης», που παρά τις μεταρρυθμιστικές θεσμίσεις του «εκδημοκρατισμού» του από το 1976 και εντεύθεν παραπαίει μέχρι σήμερα όχι μόνο λόγω των ιδεολογικών κυβερνητικών παρεμβάσεων, αλλά κυρίως από την έλλειψη ενός μακρόπνοου εκπαιδευτικού σχεδιασμού.
Τα άλλα αιτιογενή συγκείμενα και υπερκείμενα της νεανικής γλωσσικής ατροφίας ουδόλως είναι ήσσονος σημασίας. Παρακολουθήστε από ένα τυχαίο δείγμα μαθητών στη σχολική αυλή μέχρι επίλεκτους εκπροσώπους των σχολείων τους σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις. Ελλείπει ο συνεχής νεοελληνικός λόγος λεξιλογικής και δομικής συγκρότησης και επιχωριάζουν οι βαρβαρισμοί και οι σολοικισμοί, οι βραδύγλωσσες κοινοτοπίες και οι βαρύγδουπες κυπριακές φράσεις του διαλείμματος, της καφετέριας και της διαδικτυακής ανάρτησης.
Ποιος θα διορθώσει, θα προτρέψει ή θα αποτρέψει, θα ασκήσει συστηματικά και θα εμπνεύσει όχι απλώς την αρτιμελή και τυπολογικά ορθή χρήση της ελληνικής γλώσσας, αλλά και την ομοιογένεια, την ευφωνία, τον πλούτο και το μέτρο της ομορφιάς της; Ο δημοσιογράφος της στιγμιαίας συνάντησης, ο οποίος, ενδεχομένως, να μην είναι και το καλύτερο παράδειγμα καλλιέπειας; Προκύπτει, επομένως, θέμα επαρκώς καταρτισμένου φιλολόγου, που δεν θα εξηγήσει μόνο το «απεμπολώ» με συνώνυμα ρήματα και εμπεδωτικά παραδείγματα, αλλά και θα το αναγάγει στη ρίζα της αρχαίας του ετυμολογίας, για να αναφερθούμε σε μιαν από τις γλωσσικές ασκήσεις του φετινού εξεταστικού δοκιμίου.
Ο εμπνευσμένος και γαλουχημένος φιλόλογος με αρχαιοελληνική και νεοελληνική παιδεία ή απλώς ελληνική στην αδιάσπαστη ενότητα της διαχρονίας της, κατά τον Σεφέρη, δεν θα επισημάνει μόνο την προδοσία και την εκποίηση από την «απεμπόληση» των ιδανικών και των αξιών, αλλά και θα παραπέμψει τους μαθητές του στην απαράγραπτη αξία της ελληνικής γλώσσας και μαζί τής συλλογικής ελληνοχριστιανικής μας συνείδησης. Τέτοιας όπως καταξιώνεται μέσα από τους στίχους του Ελύτη, που υπενθύμισε και πάλι το τελευταίο μέρος του δοκιμίου, όπου η «Μονάχη έγνοια» του ποιητή είναι η διαφύλαξη της Ομηρογενούς αυθεντικότητας της γλώσσας μας.
Πώς θα καταστήσουμε, ωστόσο, τα παιδιά μας φύλακες των γλωσσικών μας Θερμοπυλών σε μιαν τουρκοπατημένη πατρίδα της απειλής και της λοιμικής, με το να μην διαβάζουν Λογοτεχνία, να αναλώνονται στη φροντιστηριακή παραπαιδεία και περί άλλα σημεία και τέρατα να τυρβάζουν με Greeklish μπροστά στους ηλεκτρονικούς τους υπολογιστές; Οι συναρμόδιοι καλούνται να απαντήσουν εγκαίρως και επί του πρακτέου.




