Παραμένοντας στον απόηχο των πρόσφατων Ευρωεκλογών, μας κεντρίζει όχι απλώς το ολοένα αυξανόμενο στον τόπο μας και πανευρωπαϊκό φαινόμενο της αποχής από τις κάλπες, αλλά, κατ’ εξοχήν, η οξύτερη αιχμή του δόρατός του: η αποστασιοποίηση των νέων από την πολιτική και τους πολιτικούς κατ’ αμφιδρομία, που αν και δεν είναι τωρινή διαπίστωση, έχει προσλάβει στις μέρες μας απειλητικές διαστάσεις νοσογόνου πανδημίας.

Θα εγκύψουν, διαβεβαιώνουν οι πολιτικοί μας όλων των παρατάξεων, και θα μελετήσουν εις βάθος τα αποτελέσματα μιας τέτοιας εκλογικής αποτυχίας, που με τα ιδιάζοντα προβλήματα της χώρας μας δεν επιτρεπόταν να σημειώσει την άνοδο του ποσοστού τού 56, 03%· παρότι, κακά τα ψέματα, έχει ευνοήσει, όπως αναμενόταν, τα δύο μεγαλύτερα κόμματα, αναδεικνύοντας και πάλι τον παλαιοκομματισμό του πολωτικού κατεστημένου.

Επειδή, ωστόσο, στη διαστρωμάτωση των ψηφισάντων απουσιάζουν κατά συντριπτική πλειοψηφία οι νεαρότερες ηλικίες των ψηφοφόρων, το τοπίο καθίσταται ζοφερότερο χωρίς την ελπίδα της συνέχειας, το όραμα της αλλαγής και την προοπτική ενός καλύτερου αύριο. Έτσι, καλούνται να ανατάμουν βαθύτερα και να σπουδαιολογήσουν με αίσθημα ειλικρινούς αυτοκριτικής και όχι με θεαματικούς θεατρινισμούς αυτομαστίγωσης το κενό του σοβαρού αυτού ελλείμματος, που επιμαρτυρεί έλλειψη τόσο του πανάρχαιου δημοκρατικού ήθους όσο και της διαχρονικής πολιτικής δεοντολογίας.

Οι σαφείς και απροκάλυπτες απαντήσεις, που πρέπει να δοθούν, αφορούν στην εσπευσμένη επίλυση ενός πολυσύνθετου και όχι μονοσήμαντου προβλήματος αλυσιδωτής επενέργειας αιτίων - αιτιατών στις κοινωνικοπολιτικές και ψυχολογικές συνυφάνσεις, καθώς και στις εκδηλώσεις των αρνητικών τους επιπτώσεων.

Γιατί, λοιπόν, η νεολαία μας να επιδεικνύει συμπεριφορές ανατρεπτικού αποπροσανατολισμού από τα κοινά και αλλοτριωτικής απομάκρυνσης από τα επί σκηνής πολιτικά δρώμενα; Και για ποιους αποχρώντες λόγους, άραγε, να αποδοκιμάζει την πολιτική στις συστημικές πρακτικές της, απαξιώνοντας τους φορείς και τους αναπαραγωγούς τής καθεστηκυίας της τάξης, ήτοι τους ίδιους τους πολιτικούς, έστω και αν «δεν είναι όλοι ίδιοι», όπως κατά κόρον και εναμίλλως έχει τονιστεί στην προεκλογική εκστρατεία;

Πλην, όμως, σε ώτα μη ακουόντων ως μη κομματικών πειθήνιων οργάνων, εφόσον στα μάτια των περισσότερων νέων μας η εικόνα των πολλών συσκοτίζει και αδίκως ισοπεδώνει τις φωτεινές εξαιρέσεις των ολίγων. Εξάλλου, με ποια ηχηρά σχήματα πομφολυγώδους ρητορείας ή έκτυπης ξύλινης συνθηματολογίας θα μπορούσαν να πειστούν οι ευαίσθητες νεανικές ψυχές με το φυσιογνωμικό στίγμα της αμφισβήτησης, που είναι και οι πλέον ευάλωτες στις μέρες μας με τις ανεπούλωτες πληγές της ανεργίας και της διάψευσης των ονείρων τους μπροστά στα τραγικά αδιέξοδα μιας παρατεινόμενης δυσπραγίας;

Με ποια παρωθητικά κίνητρα εμπιστοσύνης και εχέγγυα συνέπειας λόγων και έργων θα μπορούσαν οι πολιτικοί να μεταπείσουν τους νεαρούς ψηφοφόρους να προσέλθουν στις κάλπες, όταν αντί του δημοκρατικού διαλόγου, της αξιοκρατικής διαφάνειας και του ηθικού μέτρου είχε θριαμβεύσει η εμπορευματοποίηση της πολιτικής και η κομματοκρατία, η αμετροέπεια της υποσχεσιολογίας και ο αμοραλισμός της φαυλότητας;

Κι ας είχαν ακούσει στα σχολεία τους για το ιερό καθήκον του εκλέγειν, όπως θεσπίστηκε από τον Σόλωνα και για «τον μη δυνάμενον αιδούς και δίκης μετέχειν κτείνειν ως νόσον πόλεως» του Πλατωνικού Πρωταγόρα, την παρεμφερή Θουκυδίδεια ρήση «τον μηδέν τώνδε μετέχοντα ουκ απράγμονα, αλλ’ αχρείον νομίζομεν», καθώς και την Αριστοτελική προσέγγιση τόσο για την πολιτική ως «τα καλά και τα δίκαια σκοπουμένη[ν]» όσο και για τον ενεργό πολίτη του «μετέχειν κρίσεως και αρχής».

Αναλογίστηκαν ποτέ οι κρατούντες με παιδαγωγική και όχι ηγεμονική συναίσθηση ευθύνης, ώστε να μη διαψεύδουν το χρέος της αποστολής τους, ότι οι νέοι τούς χρειάζονται ως πρότυπα ύψιστου πολιτικού ήθους, για να μην καταφεύγουν σε κακέκτυπα σαθρών απομιμήσεων, την απάθεια της αδιαφορίας, την ατομικιστική ενδοστρέφεια και τον συρμό της απολιτικοποίησης;

Μήπως, όμως, και στα σχολεία, πέραν της χρησιμοθηρικής γνωσιολογικής εκπαίδευσης, υπολείπονται να εδραιωθούν πιο συγκροτημένες δομές ανθρωπιστικής παιδείας και μορφωτικής αρτίωσης, που να συναρμόζουν την εθνική ταυτότητα με την ευρωπαϊκή πολιτότητα; Οι στρατιές των εκπαιδευμένων με πτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές μαζί με τα πλούσια βιογραφικά δεν υποκαθιστούν τα ποιοτικά πλεονεκτήματα των αληθινών πεπαιδευμένων ανθρώπων, με ανησυχίες σφαιρικής γνώσης και όχι μιας στενής εξειδικευμένης κατάρτισης. Αυτών, που θα αναβαθμίσουν την κοινωνία των αφυπνισμένων πολιτών προς όφελος ενός ενσυνείδητου ανθρωπιστικού πολιτισμού, μέρος του οποίου θα συνιστά τον πραγματικό πολιτικό πολιτισμό.

Για τούτο, με τη συνέργεια της οικογένειας και του σχολείου, της εκκλησίας, των Μ.Μ.Ε. και της πολιτείας οι νέοι μας οφείλουν να αποκτήσουν τα εφόδια μιας αυτόβουλης στοχοθεσίας και μιας ευθύβολης κριτικής σκέψης περί του πρακτέου: της αμεσότερης και ενεργότερης συμμετοχής τους στα κοινά για συλλογικές αγωνιστικές δράσεις ευγενών οραματισμών, προτάσσοντας την επιτέλεση των καθηκόντων τους στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους και των δικαίων της πατρίδας τους, αλλά και στην προάσπιση της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στη δική τους ενωμένη Ευρώπη.

Μια Ευρώπη της εξυγίανσης των οργάνων και των θεσμών της, των εναλλακτικών λύσεων, των ρηξικέλευθων μεταρρυθμίσεων και των σωστών αποφάσεων, για να την εμπιστεύονται μικροί και μεγάλοι· και μαζί οι νέοι της Κύπρου για επίλυση του οικονομικού και προπάντων του εθνικού μας προβλήματος.