Από την καθιέρωση της Πρωτομαγιάς ως Παγκόσμιας Ημέρας των Εργατών στις 20 Ιουλίου 1889 πέρασαν 125 ολόκληρα χρόνια· ωστόσο, το αίμα που έβαψε τους δρόμους και τις πλατείες του Σικάγου με τις μαζικές απεργιακές κινητοποιήσεις των εργατικών συνδικάτων της 1ης Μαΐου και με τη λεγόμενη «σφαγή του Χάιμαρκετ» της 4ης Μαΐου του 1886 θα μείνει για πάντα ανεξίτηλο. Έτσι, η σημερινή επέτειος της κορύφωσης των αιματηρών εκείνων δυναμικών εξεγέρσεων για την κατάκτηση του στοιχειώδους αιτήματος τού οκταώρου στις ΗΠΑ στα πλαίσια της ρύθμισης ενός θεσμικού εργασιακού καθεστώτος σηματοδοτεί τόσο την ιστορία του διεθνούς απεργιακού κινήματος όσο και τη συλλογική μνήμη των εργατικών αγώνων για διεκδίκηση των δικαίων και καταξίωση των δικαιωμάτων τών όπου γης εργαζομένων.
Τιμάται, λοιπόν, ανά το παγκόσμιο ως επίσημη αργία η ημέρα αυτή της ανθρώπινης εργασίας με τον συμβολισμό της αποχής από κάθε εργασιακή δραστηριότητα, για να θυμίζει ως σταθμός και ως φωτεινό ορόσημο τον σεβασμό και την αξιοπρέπεια της δουλειάς και όχι της εξουθενωτικής και απάνθρωπης δουλείας· τουτέστιν, της ανίερης εκμετάλλευσης του εργάτη και εν γένει του εργαζομένου από τον ιδιώτη ή τον κρατικό εργοδότη.
Και μαζί τιμώνται όλοι εκείνοι που με τον νυχτοήμερο μόχθο και τις απροσμέτρητες θυσίες τους στέριωσαν όχι το μυθικό γεφύρι της Άρτας, αλλά τις γέφυρες και τις λεωφόρους συνάντησης και συνοδοιπορίας των ανθρώπων όχι μόνο για συλλογικές συνδικαλιστικές συμβάσεις μα και ευρύτερα καθολικά οράματα και κοινές εργασιακές επιδιώξεις προς όφελος της ιδίας της παραγωγικής ή δημιουργικής εργασίας: αυτής, που απομυθοποιώντας τη θεοποίηση της μηχανής, τη μηχανοποίηση και τον εξανδραποδισμό του ανθρώπου ως animal laborans στα γρανάζια ενός παντοδύναμου οικονομικού μηχανισμού, συμβάλλει καταλυτικά στην ευτυχία της αυτοπραγμάτωσής του.
Από τον κτίστη της σκαλωσιάς με «το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί», κατά τον τραγουδοποιό, ώς τον εργάτη του εργοστασίου και τον μετανάστη της φάμπρικας κι από τον αγρότη, τον κτηνοτρόφο και τον αμπελουργό μέχρι τον ασπροκόλαρο δημόσιο υπάλληλο, τον ελεύθερο επαγγελματία, τον δημοσιογράφο, τον δάσκαλο και τον μαθητή. Όλους όσοι ανάγουν την εργασία τους μέσα σε συνθήκες ανθρώπινης διαβίωσης και δίκαιης μεταχείρισης όχι σε «βάναυσο», κατά τον Αριστοτέλη, βιοποριστικό εξαναγκασμό, αλλά σε λειτούργημα καθημερινού χρέους και διά βίου ύψιστο αγαθό ικανοποίησης των υλικών και ψυχικών αναγκών.
Η προχτεσινή, εντούτοις, και η σημερινή επετειακή ημέρα κατοχύρωσης όχι τόσο λιγότερης όσο ανθρωπινότερης και ποιοτικότερης εργασίας παρελαύνει με τα πεσιμιστικά χρώματα της στερητικής της έννοιας λόγω της ολοένα αυξανόμενης ανεργίας, ειδικότερα των νέων μας, από την οικονομική καταστροφή του τόπου μας, που επιδείνωσε η παγκόσμια κρίση. Υπό το κράτος μιας τέτοιας ένδειας και συνακόλουθα της έλλειψης θέσεων επιθυμητής απασχόλησης ίσως και να εύχονταν κάποιοι μέχρι και την πιο χαμηλόμισθη και υπερωριακή εργοδότηση, ενώ άλλοι, απαξιώνοντας μια κατώτερη των προσδοκιών τους εργασία ως μειωτική αγγαρεία ετεροαπασχόλησης, να επέλεγαν την αεργία. Όσο όμως πρέπει να καταπολεμηθεί παντοιοτρόπως η ανεργία ως άδικη και παράλογη άλλο τόσο καταδικάζεται η οκνηρία και η αδράνεια της αεργίας ως νοσηρή και υπονομευτική της ανθρώπινης φύσης, για να υμνείται και να δοξάζεται η νόμιμη και δίκαιη εργασία ως υπαρξιακή αναγκαιότητα της ενυπόστατης αφυπνισμένης συνείδησης.
Αυτή, ακριβώς, η σύζευξη δικαιοσύνης και εργασίας μάς παραπέμπει στο προφητικό όραμα και το διαχρονικό μήνυμα του Ησιόδου, που απηχεί από τα βάθη της αρχαϊκής εποχής άκρως επίκαιρο εδώ και τώρα. Μέσα από τους 828 δακτυλικούς εξάμετρους των «Έργων και Ημερών» του ο μεγάλος επικός ποιητής δεν ηθικολογεί θεωρητικά, αλλά διδάσκει έμπρακτα, παροτρύνοντας συμβουλευτικά τον αδελφό του Πέρση να αποφεύγει την αδικία εξ αφορμής τής εις βάρος του δωροδοκίας των δικαστών, για να καρπωθεί την πατρική περιουσία· έτσι οφείλει να επιδιώκει την επίπονη εργασία, ώστε να εξαλειφθούν τα κακά στους ανθρώπους, που προξένησε η αδικία και η ύβρις της σιδηράς εποχής του, σύμφωνα με τον αλληγορικό μύθο των πέντε γενών.
Επομένως, για να μην παρακμάσει και να αφανιστεί η γενιά του, πλέκοντας το εγκώμιο της δικαιοσύνης και της εργασίας προς τον αδελφό του, αποτείνεται συνεκδοχικά και διαχρονικά προς τους συνανθρώπους του αλλά και τους άρχοντες, για να ενστερνιστούν αυτές τις υπέρτατες αξίες. Υπομιμνήσκοντας τον νόμο της ανταπόδοσης και υποκινώντας πριν από τόσους αιώνες την ατομική πρωτοβουλία για συλλογική πρόοδο και κοινωνική ευημερία, μας προστάζει επίμονα με τις αποφθεγματικές του ρήσεις: «έργον δ’ ουδέν όνειδος, αεργίη δε τ’ όνειδος» και «της δ’ αρετής ιδρώτα θεοί προπάροιθεν έθηκαν αθάνατοι».




