Σε καιρούς πονηρούς και αμφίβολους η απιστία περισσεύει και ολοένα και περισσότερο ολιγοστεύει η πίστη. Ανήμερα την Κυριακή του Θωμά και δεν μπορούμε να μην εγκύψουμε και πάλι στο βαθύτερο νόημα της Διακαινησίμου αυτής πασχάλιας εορτής. Όσο κι αν ακούγονται για κάποιους ως παρωχημένες και τετριμμένες βιβλικές μυθοποιήσεις οι Ευαγγελικές ρήσεις, ωστόσο, η αδιαμφισβήτητη Θεοπνευστία τους αποτελεί ανά τους αιώνες ακένωτη πηγή διαρκούς διαλόγου γύρω από τα πιο σύγχρονα επίμαχα θέματα και τις πιο επίκαιρες σκέψεις. Εύλογος και διαχρονικός ο προβληματισμός εξακολουθεί να διατρέχει την ασθμαίνουσα απόσταση ανάμεσα στους αντίποδες του δύσκαμπτου δρόμου: από την απιστία ή έστω τη δυσπιστία ως μεταβατικό στάδιο προς την πίστη και την εδραίωση της εμπιστοσύνης σε αρχέτυπα πνευματικής ζωής και αξιόπιστα πρότυπα ενάρετου καθημερινού βίου.
Αν, λοιπόν, ο μαθητής αυτός του Χριστού λόγω της ολιγοπιστίας ή της δυσπιστίας του ή και ακόμη ένεκα της «καλής απιστίας» του, σύμφωνα με τα λειτουργικά κείμενα, δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στην υπερκόσμια χαρά των συμμαθητών του, που τον διαβεβαίωναν με το «Εωράκαμεν τον Κύριον», εμείς πώς προσλαμβάνουμε μιαν τέτοια συμμετοχή και υπερβαίνοντας τα εγκόσμια εμπόδια χιονοστιβάδων πώς μπορούμε, στ’ αλήθεια, να επιτύχουμε τη θεία μέθεξη;
Και αν του Αποστόλου Θωμά είχε συσκοτιστεί η μνήμη, ώστε του ήταν αδύνατο να θυμηθεί τις θαυματουργικές επεμβάσεις του Διδασκάλου του ενάντια στα στοιχεία της φύσης και την επιτέλεση τόσων θαυμάτων Του με την ανάσταση νεκρών, την ίαση παραλύτων και την εξαφάνιση από τον Τάφον τού Σώματός Του, που θα μπορούσε να τη συσχετίσει με τις προρρήσεις Του για την τριήμερο Ανάστασή Του, η δική μας αδύναμη μνήμη, που έχει παγιδευτεί σε σκοτάδια αμνησίας και έχει εγκλωβιστεί σε αδιέξοδα επιλεκτικής λήθης, πώς θα κατάφερνε να διακαινιστεί από την κενότητα και πώς να φωτιστεί μέσα από το νυκτοήμερο έρεβος με το φως μιας νέας Αποκάλυψης;
Και, όμως, στην ανανέωση αυτής της πορείας για το καινούργιο θαύμα δεν θα χρειαστεί να βάλουμε «τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων», εφόσον το έχει πράξει για λογαριασμό μας πάνω από δυο χιλιετίες ο «άπιστος» Θωμάς, που με κοινά μέτρα και ανθρώπινα λογικά κριτήρια δεν ήταν καθόλου άπιστος, αλλά ο αιώνιος αναζητητής της υπέρλογης και άρρητης αλήθειας. Ούτε και βεβαίως έχουμε ανάγκη να προστρέξουμε σε καμιά ρασιοναλιστική μεθοδολογία του Descartes για την απώθηση «του μυστηριώδους και παντοδύναμου απατεώνα, που μας ξεγελά με την πανουργία του» και την επίκληση των τριών επιχειρημάτων του υπέρ της ύπαρξης του Θεού και κατ’ επέκτασιν της ενυπόστατης διαιώνιας παρουσίας Του με την Ανάσταση του Θεανθρώπου.
Σ’ αυτούς τους χαλεπούς και αντίξοους καιρούς, όπου από τα μακρινά πελάγη και τις κοντινές ύποπτες θάλασσες πνέουν σφοδροί σαρωτικοί άνεμοι και θυελλώδεις καταιγίδες, δεν έχουμε παρά να προσδέσουμε το κλυδωνιζόμενο σκάφος μας στον ρημαγμένο από τον κατακτητή μα γερά στεριωμένο βράχο του νησιού μας. Κι από συνοδοιπόροι και συνταξιδευτές μαζί με τον Θωμά ανάμεσα στις συμπληγάδες της δυσπιστίας και ολιγοπιστίας και παρακάμπτοντας το ζοφερό μεταίχμιο, να βρεθούμε συμπλοηγοί προς τη νικητήρια πίστη.
Αυτή η πίστη, ως «ελπιζομένων υπόστασις», που μπορεί να μετακινήσει βουνά, κατά τον Απόστολο των εθνών, αποδεικνύεται ότι είναι και η μόνη λυτρωτική δύναμη, που θα μας λύσει τα δεσμά της αδυναμίας και της ανεπάρκειάς μας, ενισχύοντάς μας τη βούληση και την αγωνιστικότητα ενάντια στη δίνη των δεινών και των ατέρμονων συμφορών μας. Χωρίς να δικαιούμαστε να απιστούμε στις βιωμένες εμπειρίες του Χριστιανισμού, πιστεύοντας τους «σεσοφισμένους μύθους» κατά τον Απόστολο Πέτρο, έχουμε, εντούτοις, το αναφαίρετο δικαίωμα και μαζί το πρωταρχικό χρέος: με εφόδια τα όπλα της χριστιανικής πίστης να ξεσκεπάζουμε τα ασύστολα ψεύδη και τις ανενδοίαστες μηχανορραφίες στον κοινωνικό μας περίγυρο, ανακαλύπτοντας συνεχώς την έσχατη αλήθεια μέσα μας και γύρω μας.




