Κατεβαίνουν οι συνειρμοί και μας βρίσκουν ως άλλες μελωδικές καταβασίες, ειρμοί, και ωδές και ως συμπληρωματικά αντίφωνα αντηχούν σε τούτη την πασχάλια εναρμόνια πανδαισία…

Ήγγικεν η ώρα της Αναστάσεως. Η ώρα του ενδοξότερου κοσμοϊστορικού γεγονότος της πανανθρώπινης Χριστιανοσύνης και της οικουμενικής Ορθοδοξίας. Και μαζί τού λαμπρού και «τερπνού» Πάσχα των Ελλήνων. Αυτού που γιόρταζαν και τιμούσαν άλλοτε οι Νεοέλληνες με ειλικρινή προετοιμασία ψυχικής ανάτασης και πνευματικής κάθαρσης. Μακριά από τυπικές επιφάσεις και φολκλορικές ή κοσμικές επιδείξεις οθνείων ηθών.

Για τούτο και μπορούσαν να υποδεχτούν με πιο πηγαία σκιρτήματα χαράς και αληθινότερα αισθήματα ευφρόσυνης αγαλλίασης στις καρδιές και στα σπιτικά τους τον Αναστάντα Χριστόν. Και όχι μόνο συνέψαλλαν χαρμόσυνα, μα κι ένιωθαν και κατανοούσαν βαθιά το α΄ τροπάρι του αριστουργηματικού κανόνα του Δαμασκηνού: «Αναστάσεως ημέρα· λαμπρυνθώμεν λαοί· Πάσχα Κυρίου Πάσχα· εκ θανάτου προς ζωήν και εκ γης προς ουρανό Χριστός ο Θεός ημάς διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας». Ωστόσο, και οι παλιοί εκείνοι γνήσιοι αρχοντάνθρωποι του τόπου μας, προπάντων των χωριών μας, με πόση λαχτάρα έσπευδαν όρθρου βαθέως, για ν’ ακούσουν στις κατάμεστες εκκλησιές τους τον Καλόν Λόγον: «Την Ανάστασίν σου, Χριστέ Σωτήρ, άγγελοι υμνούσιν εν ουρανοίς· και ημάς τους επί γης καταξίωσον εν καθαρά καρδία σε δοξάζειν».

Αυτή η «εορτών εορτή και πανήγυρις πανηγύρεων» είναι η ώρα των αναστάσιμων εκκλησιαστικών ύμνων με τους θεσπέσιους βυζαντινούς ήχους, αλλά και της θύραθεν ποιητικής πρόσληψης της Αναστάσεως από τους μεγάλους κονδυλοφόρους του έθνους των Ελλήνων. Κατεβαίνουν οι συνειρμοί και μας βρίσκουν ως άλλες μελωδικές καταβασίες, ειρμοί, και ωδές και ως συμπληρωματικά αντίφωνα αντηχούν σε τούτη την πασχάλια εναρμόνια πανδαισία. Και θυμούμαστε Διονύσιο Σολωμό και την «Ημέρα της Λαμπρής» του: «Χριστός Ανέστη!

Νέοι, γέροι, και κόρες, / όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε. / Μέσα στες εκκλησιές τες δαφνοφόρες / με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε. / Ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες / ομπροστά στους Αγίους, και φιληθείτε. / Φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη, / πέστε Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι». Κι ύστερα μνημονεύουμε τον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και την «Εξοχική Λαμπρή» του: «Ήναψαν τας λαμπάδας κ’ εξήλθον όλοι εις το ύπαιθρον ν’ ακούσωσιν την Ανάστασιν.

Γλυκείαν και κατανυκτικήν Ανάστασιν εν μέσω των ανθούντων δένδρων υπό ελαφράς αύρας σειομένων ευωδών θάμνων και των λευκών ανθέων της αγραμπελιάς». Και στερνά δεν ξεχνούμε αυτόν που επικαλείται και τους δύο: τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Ψαλμό Β από Τα Πάθη τού Άξιον εστί: «Εκεί δάφνες και βάγια / θυμιατό και λιβάνισμα / τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια. / Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα / κνίσες, τσουγκρίσματα / και Χριστός Ανέστη».

Και τούτη την ώρα, «την ιεράν και πανέορτον», «της εγέρσεως ούσα προάγγελος» και που αφουγκραζόμαστε τις στιγμές της ολοένα να πλησιάζουν, τι άλλο θαυμαστό και προσδοκίας ελπιδοφόρο πρέπει ν’ ανακαλέσουμε στη μνήμη; Τι άλλο από κάποιες πάλι ποιητικές υπομνήσεις από τον Κατηχητικό Λόγο του Ιωάννη του Χρυσοστόμου εις το άγιον Πάσχα: «Πάντες απολαύσατε του συμποσίου της πίστεως. Πάντες απολαύσατε του πλούτου της χρηστότητος. Μηδείς θρηνείτω πενίαν· εφάνη γαρ η κοινή βασιλεία».

Μας καλεί, λοιπόν, ο Πατέρας της εκκλησίας μας τούτη την περίλαμπρη μοναδική μέρα, που αναδεικνύει και καταξιώνει την κορωνίδα του Χριστιανισμού με την Ανάσταση, σε απόλαυση όχι του φθαρτού και επισφαλούς υλικού πλούτου, αλλά του ηθικού και πνευματικού πλούτου· αυτού, που χωρίς να κινδυνεύει από αρπαγές και απομειώσεις, θησαυρίζεται μέσα μας και συνεχώς αυξάνει με το υψηλό επιτόκιο των αρετών μας.

Μας προσκαλεί, ακόμη, όλους εξ αφορμής της Αβραμιαίας τράπεζας των πασχαλινών εδεσμάτων στη σημαντικότερη και ουσιαστικότερη απόλαυση της πίστης: αυτής που δεν χρήζει αποδείξεων και ερευνών, σκεπτικισμών και τεκμηριώσεων, αλλά και δεν εναντιώνεται συνάμα στους αντιρρησίες, τους αμφισβητίες και τους απίστους, που απαιτούν απτά σημεία «εις τον τύπον των ήλων», όπως ο Θωμάς, για να διατρανώσει το αυταπόδεικτο μεγαλείο της. Τέλος, ο λαοφιλής Ιεράρχης μάς προτρέπει με στοργική παραμυθία να μη θρηνούμε για καμιά μόνιμη ή παροδική πενία εν όψει του αλώβητου και αδάπανητου εσωτερικού μας πλούτου και κατ’ εξοχήν του μεγάλου μηνύματος της Ανάστασης του Κυρίου.

Με τέτοιες σκέψεις και άλλες τόσες ελπιδοφόρες προοπτικές θ’ αντιλαλήσουν απ’ άκρη σ’ άκρη οι Αναστάσιμες καμπάνες, για να προσέλθουμε στις εκκλησίες τις λαμπροφόρες. Για ν’ ανάψουμε με το «Δεύτε λάβετε φως» τη λαμπριάτικη λαμπάδα και μαζί το αγιοκέρι της πίστης μας μέσα από την απέραντη φωτοχυσία της πασχαλινής κατάνυξης. Για να διαλυθεί το έρεβος της νύχτας και το σκότος της ημέρας, που απλώθηκε από τα πέρατα της οικουμένης ώς τις παρυφές και τις εσχατιές της γης μας. Για να είναι πάντα φωταυγής ο δρόμος μας και Αναστάσιμη η πίστη μας στον Λυτρωτή του κόσμου. Δεύτε λάβετε φως και καλή Ανάσταση!