Αρχές και μέσα Μαρτίου δύο μεγάλοι ήρωες της Κυπριακής Εποποιίας του 1955-1959, ο Γρηγόρης Αυξεντίου και ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, κατέβηκαν από το πάνθεο της αθανασίας στη γη που πότισαν με το άλικο αίμα της θυσίας τους. Και είδαν πως το δέντρο της Ελευθερίας, που φύτεψαν με τα όνειρα της νιότης και τα οράματα της ζωής τους, είχε απλώσει ρίζες από τον Μαχαιρά του ολοκαυτώματος ίσαμε το ικρίωμα της αγχόνης και τα Φυλακισμένα Μνήματα κι ας μην είχε καρπίσει ακόμα.

Γιατί έτσι είχε ορίσει από τα πανάρχαια χρόνια ο Πίνδαρος κάτω από το ανάκρουσμα της επινίκιας λύρας του: «Αρετά επαινούμενα δένδρον ως αέξεται»: «Η Αρετή όταν επαινείται, αυξάνει σαν δένδρο». Ήταν το ίδιο δέντρο που τους ορμήνευε και τότε και το αφουγκράζονταν πιο καθαρά τώρα να τους υμνολογεί με την ωδή του Κάλβου: «Αλλ’ αν τις αποθάνη / διά την πατρίδα, η μύρτος / είναι φύλλον ατίμητον, / και καλά τα κλαδιά / της κυπαρίσσου».

Ήλθαν, λοιπόν, και φέτος ξανά, φέρνοντας μαζί τους και τους άλλους ήρωες - συναγωνιστές τους: τ’ αμούστακα παιδιά των θρανίων και των διαδηλώσεων με τις πέτρες στις φούχτες και τα φυλλάδια στις παλάσκες, τα γενναία παλληκάρια και τους λιονταρόψυχους μαχητές κατά του Άγγλου δυνάστη, τους επικηρυγμένους καταζητούμενους και τους αντάρτες των λημεριών και των κρησφυγέτων του Απελευθερωτικού μας Αγώνα, που κρατούσαν από την καλή γενιά των κλεφτών και των αρματολών του ’21. Κι ήλθαν σύσσωμοι και συστρατευμένοι «εις τον Ιερόν Λόχον» της ΕΟΚΑ, για να ξανανταμώσουν μαζί μας και να ξαναζωντανέψουν τη σπίθα στα ξέπνοα στήθη μας. Το ’νιωσαν το μήνυμα, που τους εκπέμπαμε εδώ και μήνες ως σήμα κινδύνου και συναισθάνθηκαν το κάλεσμα της άμεσης χρείας μας.

Η πατρίδα, που με τα λιγοστά τους λιανοντούφεκα μα προπάντων με της ψυχής τους το ακατάβλητο φρόνημα είχαν στεριώσει, εκτός από τα δεινά της σαραντάχρονης κατοχής της από τον Αττίλα, κλυδωνιζόταν και πάλι σαν ανεμόδαρτο σκαρί από νέες τρικυμίες. Ωστόσο, αυτοί που πολέμησαν για τη λευτεριά ενάντια στον αποικιοκρατικό ζυγό μιας ολάκερης αυτοκρατορίας, δεν θα μπορούσαν να διανοηθούν πως η σκλαβιά θ’ αναβίωνε με του Τούρκου κατακτητή το αμνημόνευτο οθωμανικό μένος, εμμένοντας στην άλωση της μισής τους πατρίδας. Μήτε καταλάβαιναν από Τρόικες, μνημόνια και δανειακές συμβάσεις, όπως τους ήταν αδύνατο να υποψιαστούν τις δικές μας ατασθαλίες και τις εγκληματικές πράξεις κάποιων απάτριδων εις βάρος της άλλης μισής τους πατρίδας.

Αυτοί, κατά τη ρήση του Κάλβου, ήταν «Έλληνες, της πατρίδος / και των προγόνων άξιοι», για τούτο και υπέρμαχοι των διδαγμάτων τής υπέρ βωμών και εστιών πατρογονικής αρετής και του αρχαιοελληνικού μέτρου, του απαραβίαστου των ανθρωπίνων ορίων για τη διάπραξη οποιασδήποτε ύβρεως. Κατ’ εξοχήν, όμως, γαλουχημένοι με τα νάματα της πίστης στα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη της αγάπης και του σεβασμού προς τον συνάνθρωπο και τον τόπο.

Έτσι, περίλυπους και πληγωμένους, τους ακούσαμε ξάφνου να μας υπομιμνήσκουν όχι το χρηματικό μας χρέος προς του ξένους, αλλά το άλλο το μεγάλο μας Χρέος προς τους ίδιους τους εαυτούς μας. Και μαζί να μας νουθετούν όχι για τα μέτρα λιτότητας και περισυλλογής, μα για το ύψιστο μέτρο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ελληνοπρεπούς μας ταυτότητας· όπως άλλοτε υπενθύμιζαν και καθήλωναν τους κατακτητές με τη στεντόρεια φωνή της παρρησίας και της τόλμης τους. Κι όπως μέσα από τα ανακριτήρια και τα κρατητήρια των φυλακών παρηγορούσαν με τα γράμματα ενός αξιοθαύμαστου θάρρους τους δικούς τους ως μελλοθάνατοι.

Εμείς οι Έλληνες της πονεμένης και πενόμενης Κύπρου της ημικατοχής, της ένδειας και της ομηρείας ενωτιζόμαστε αυτήν την περήφανη φωνή, που καταγράφεται με ακραιφνή ελληνικά φωνήεντα και μαρτυρείται με χιλιετηρίδες Ελληνικής Ιστορίας: από το «Μολών λαβέ» του Αυξεντίου στους ίδιους εθνεγερτικούς τόνους του Λεωνίδα μέχρι την αποστομωτική απάντηση του Μάτση: «Ου περί χρημάτων ποιούμεθα τον αγώνα αλλά περί αρετής». Επί τα ίχνη της προγονικής αρετής μάς καλούν ως Έλληνες οι αθάνατοι Αγωνιστές του ηρωικού Έπους της Κυπριακής Ελευθερίας.