Έστω και αν η Ιστορία με τις σύγχρονες μεθοδολογικές της προσεγγίσεις δεν θεωρείται ως ανακύκληση, αλλά ευθύγραμμη πορεία αυθυπόστατων δρώμενων, ανεπανάληπτων γεγονότων και διαφορετικών συμβεβηκότων στη διαδοχή των χρόνων και των συγκυριακών εποχών, έχω την αίσθηση ότι η Ιστορία του τόπου μας κλωθογυρίζει το νήμα στο προαιώνιο αδράχτι της μοίρας του. Γιατί, κι αν δεν το θέλησαν οι θεοί ή η γηγενής θεά της θελκτικής του μετωνυμίας, αφού νησί της Αφροδίτης το είπαν με το δέλεαρ μιας μοιρόγραφτης πρόκλησης, θα πρέπει να συνωμότησαν κάποιες αόρατες συμπαντικές δυνάμεις με τα ολέθρια στοιχειά τους, για να το ρίξουν σε τούτη τη θαλασσινή κώχη.

Έτσι, σαν ανεμόδαρτη σχεδία, έρμαιο των κυμάτων και παιγνίδι των Σειρήνων· ποιος ξέρει αν οι μυθικές θεότητες, οι δολοπλόκες του έρωτα και του θανάτου, δεν κατοικούσαν εδώ κι όχι στη αταύτιστη μυθολογική νήσο Ανθεμόεσσα, αφού μια απ’ αυτές, κατά τον Ησίοδο, λεγόταν Λευκωσία. Να ’ταν άραγε μια ετεροχρονισμένη σύμπτωση για την κατοπινότερη ονομασία της κυπριακής πρωτεύουσας, που της την έδωσε ο Λεύκος, ο γιος του Πτολεμαίου Σωτήρος;

Σε τούτο, λοιπόν, το αλλοτινό σταυροδρόμι των θαλασσών και των ηπείρων και το νυν νευραλγικό σημείο, κατά το δη λεγόμενον, των γεωπολιτικών ή γεωστρατηγικών διεθνών συμφερόντων η Κλωθώ των ιστορικών μας πεπρωμένων έστησε για μας την παγίδα του κρυμμένου θησαυρού μας και για τους άλλους, τους κοντινούς μας γείτονες και τους μακρινότερους θησαυροθήρες, ένα ατέλειωτο τρελό κυνηγητό.

Η αλληγορία με τις μυθολογικές της συνδηλώσεις δεν είναι γρίφος, καθώς το διάστημα της μακραίωνης ιστορικής μας διαδρομής καλύπτει και αποκαλύπτει μαζί αλλεπάλληλες λαίλαπες και τρικυμίες στο δύσμοιρο νησί μας: επιθετικούς πολέμους, ποικιλώνυμες εχθρικές επιδρομές και αυτοκρατορικές υποδουλώσεις, αποικιοκρατικές κατακτήσεις και πρόσφατες βαρβαρικές εισβολές.

Και ο αμύθητος θησαυρός των επίδοξων μνηστήρων ποιος να ’ταν τάχατες; Προφανώς και διαφορετικός κάθε φορά και από άλλη κερδοφόρα πηγή προέλευσης. Γιατί κάποτε σε υπεραφθονία φύτρωνε ολοπράσινος στη γη κι άλλοτε πυρόξανθος άστραφτε στα σπλάχνα της, διαλέγοντας τελευταία να δώσει δαψιλή σημάδια των κοιτασμάτων του στον θαλασσινό βυθό της. Συνεπώς, ένας θησαυρός που άλλαζε χρησιμοθηρικές μορφές σαν τον πλανερό Πρωτέα, καθόλου αμελητέος κι ευκαταφρόνητος σε ποσοτικά και ποιοτικά μεγέθη, όσο κι αν ο τόπος που τον έκρυβε ήταν μικρός κι ασήμαντος· προπάντων, όμως, αφύλακτος κι ανυπεράσπιστος από βούλιμες ορέξεις και αδίστακτες επελάσεις, για να εξυπηρετεί θαλασσοκρατορίες εμπορικών συναλλαγών, ιμπεριαλιστικά σχέδια μιας ακόρεστης δίψας πλουτισμού και τις ηγεμονικές βλέψεις των κατά τόπους και χρόνους ισχυρών.

Ας θυμηθούμε τα γνωστά και χιλιοειπωμένα: Από τους προϊστορικούς ήδη αιώνες τις οροσειρές μας του Τροόδους και του Πενταδακτύλου μέχρι την πεδιάδα της Μεσαορίας κατάκλυζαν πυκνόφυτα κι αδιαπέραστα δάση κωνοφόρων, όπως πεύκων, κέδρων και κυπαρισσιών, καθώς μας παραδίδουν ο Ερατοσθένης και ο Στράβων στα Γεωγραφικά του, ενώ ο Θεόφραστος διαφημίζει την ξυλεία τους για τη ναυπήγηση πλοίων.

Επιβεβαιώνουν, έτσι, τη «δασόεσσα νήσο» του Ομήρου, που προκαλεί τις κυριαρχικές διαθέσεις των Φοινίκων, για να την καταστήσουν τον Η΄ αιώνα μιαν από τις σημαντικότερες θαλασσοκράτειρες της Μεσογείου και μαζί, ευτυχώς, τόπο συνάντησης του ελληνικού και ανατολικού πολιτισμού. Η χώρα του χαλκού, ωστόσο, κατά την ύστερη χαλκοκρατία δεν διανοίγει μόνο τον δρόμο του αποικισμού των Αχαιών και της καθόδου των Δωριέων, αλλά και των επιδρομών από τους «λαούς της θάλασσας».

Και το κυνήγι θησαυρού δεν τελειώνει μονάχα εκεί, αν αναλογιστούμε και τους μετέπειτα περιώνυμους κατακτητές μας. Κανείς, εντούτοις, από τους αρχαίους εκείνους και νεότερους επιδρομείς δεν θα υποψιαζόταν πως όχι μόνο στα υπέργεια και στα υπόγεια στρώματα της γης μας, αλλά και στην υφαλοκρηπίδα της Αποκλειστικής Οικονομικής μας Ζώνης θα ανακαλυπτόταν ο πιο μεγάλος ανεκτίμητος θησαυρός της: οι υδρογονάνθρακες και το φυσικό αέριο. Τι να τις κάμουν, άλλωστε, τέτοιες ενεργειακές πηγές, για να αποδυθούν σε υποθαλάσσιες διατρήσεις και εξορύξεις, εφόσον τους ήταν άγνωστες και άχρηστες, τοσούτω μάλλον να τους αποδώσουν ανάλογους λεκτικούς όρους.

Για τους σημερινούς, όμως, «επιδρομείς» των πολυεθνικών εταιρειών μιας δικτυωμένης οικονομικής ολιγαρχίας και όσους από τους συμμάχους ή τους αντιπάλους που εποφθαλμιούν τον φυσικό μας πλούτο σημαίνουν πολλά και βαρυσήμαντα στην πολιτικοοικονομική σκακιέρα ενός σκληρού παγκόσμιου τουρνουά. Ήδη από δίπλα η Τουρκία της στρατιωτικής κατοχής και της καταδυνάστευσης των εδαφών μας καραδοκεί με επίβουλους υπολογισμούς. Το θέμα είναι να μη μας κάνουν «ματ» και σπουδαιολογώντας τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα να είμαστε σε θέση με σοβαρή μελέτη και περίσκεψη πολλή να προβλέψουμε τις κινήσεις του αντιπάλου. Φτάνει να παίξουμε όχι με αδέξιους χειρισμούς του παρελθόντος, αλλά με έξυπνη διαχείριση των κανόνων του παρόντος στην πιο δύσκολη αναμέτρηση. Μπορούμε;

Η ερώτηση δεν απευθύνεται μόνο προς τους πρωταγωνιστές της ηγεσίας μας, αλλά και στον ίδιο τον κυπριακό λαό, που δεν πρέπει να μείνει παθητικός θεατής μπροστά σ’ ένα τέτοιο παιγνίδι, αν θέλει να πάρει τη μοίρα στα χέρια του, για να διαφυλάξει ό,τι απέμεινε από τους πολύτιμους θησαυρούς του.