Τρία μονόπρακτα του Άντον Τσέχωφ στον θεατρικό πολυχώρο Εστία

Ο Άγις Παΐκος, με τις επιδέξιες σκηνοθετικές του ικανότητες, ζωντάνεψε τον Τσέχωφ θυμίζοντας τα τρία εκπληκτικά του μονόπρακτα

ΤΗΝ ΑΦΟΡΜΗΣΗ για την επιλογή των τριών μονόπρακτων του Τσέχωφ επεξηγεί ο ίδιος ο σκηνοθέτης στην εισαγωγή τού σκηνοθετικού του σημειώματος


Και μόνο η ιδέα να ανεβάζεις έργα εποχής και άλλης θεατρικής κουλτούρας συνιστά αφ' εαυτής ένα δύσκολο εγχείρημα, τοσούτω μάλλον, όταν πρόκειται περί Τσέχωφ. Και όμως! Ο Άγις Παΐκος με τις επιδέξιες σκηνοθετικές του ικανότητες τελεσιουργώς το πραγματοποίησε. Και μάλιστα με μιαν ολιγάριθμη ομάδα νέων παιδιών, που με ευοίωνες προοπτικές και σε αναμέτρηση με αριστουργήματα του παγκόσμιου δραματολογίου δοκιμάζουν το ταλέντο τους στο σανίδι· με εξαίρεση, βέβαια, την καταξιωμένη ηθοποιό μας Μήδεια Χάννα, που αντικατέστησε λόγω κωλύματος τη νεαρή, επίσης, Σταματία Γκρέκο στις τελευταίες παραστάσεις.

Το σημείωμα του σκηνοθέτη

Την αφόρμηση για την επιλογή των τριών μονόπρακτων του Τσέχωφ, τα δύο εκ των οποίων, τουλάχιστον, είναι από τα πιο γνωστά ως προς τη μινιμαλιστική θεατρική του παραγωγή, μας επεξηγεί ο ίδιος ο σκηνοθέτης στην εισαγωγή τού σκηνοθετικού του σημειώματος: «Ξεκίνησα να επεξεργάζομαι την παράσταση αυτή με μια νοσταλγική διάθεση. Περιέχει για μένα αμυδρές μνήμες από κλασικά έργα, που είχα παρακολουθήσει ως μικρό παιδί στο -νεοσύστατο τότε- κρατικό θέατρο και στην ασπρόμαυρη τηλεοπτική οθόνη -τη μοναδική- της εποχής εκείνης». Εκμυστηρεύσεις προσωπικών τόνων και ταυτόχρονα έμμεσες πλην σαφείς παιδαγωγικές υποδείξεις, που εκπέμπουν το μήνυμα της παιδιόθεν θεατρικής παιδείας στη συστηματική καλλιέργεια της αγάπης για το θέατρο και έτι περισσότερο για τη μύηση και την αφοσίωση στην υψηλή πολυσύνθετη αυτή τέχνη, όπως συνέβη στην περίπτωση του Άγι Παΐκου.

Η αποτίμηση

Σχολιάζοντας με σημειολογικές αποτιμήσεις την παράσταση, θα επεσημαίναμε τα ακόλουθα ενδεικτικά: Στο πρώτο μονόπρακτο - μονοπρόσωπο έργο «Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού», σε μετάφραση Ερίκου Μπελιέ, ο ηθοποιός Γιώργος Χατζηκυριάκος κατάφερε να μας πείσει για τις υποκριτικές του ικανότητες, ενσαρκώνοντας τον κατά πολύ μεγαλύτερό του ηλικιακά Ιβάν Ιβάνοβιτς. Και μάλιστα σε ένα ρόλο στατικό, εφόσον το θεατρικό κείμενο συνιστά τον μονόλογο της διάλεξής του για τις παρενέργειες του καπνίσματος. Σε μια φυσική αμεσότητα επικοινωνίας με το θεατρικό κοινό, που υποκαθιστά το υποτιθέμενο ακροατήριο του έργου, δεν μας έδωσε, απλώς, την εντύπωση αλλά τη ρεαλιστική αίσθηση της ομιλίας και της συνομιλίας με κωμικοτραγικούς τόνους έκφρασης ενδιάθετων σκέψεων και εξωτερίκευσης καταπιεσμένων αισθημάτων από μιαν αυταρχική σύζυγο.

Τόσο ο ψυχαναγκασμός και η λυτρωτική διάθεση απεγκλωβισμού από τον συζυγικό ζυγό όσο και η ανάγκη να μοιραστεί με ευήκοους ακροατές την αναπόδραστη μοίρα του πέρασαν ερμηνευτικά μέσα από παραστατικές εικόνες και ανάγλυφα ζωντανά δρώμενα δραματικής έντασης. Θα μπορούσε, ωστόσο, ως Ιβάνοβιτς να υπογραμμίσει πιο εμφαντικά το χαρακτηρολογικό στοιχείο της τραγικής ειρωνείας και του αυτοσαρκασμού, πράγμα που προϋποθέτει μεγαλύτερες κειμενικές εμβαθύνσεις και βιωματικότερες σκηνικές εμπειρίες με τον χρόνο.

Προσφυές παράδειγμα της τελευταίας πιο πάνω αποτίμησης η ώριμη ερμηνεία της Μήδειας Χάννα στο δεύτερο κατά σειράν μονόπρακτο «Όλυα, μια ψυχούλα», της θεατρικής διασκευής του διηγήματος του Τσέχωφ «Η ψυχούλα» σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη. Η αφέλεια και η ευπιστία μιας ευάλωτης συναισθηματικά γυναίκας, που ζει στη σκιά των εκάστοτε συζύγων και των ερωτικών της συντρόφων, αλλά και η δοτική καλοσύνη, η γυναικεία τρυφερότητα και ο ευαίσθητος ψυχισμός της ηρωίδας αναπλάθονται μέσα από τις νοσταλγικές αναπολήσεις ενός αφηγηματικού μονολόγου. Το ρομαντικό στίγμα ενός εύθραυστου γυναικείου χαρακτήρα, που σκιαγραφεί με τις απαλές αποχρώσεις και τις ανάλαφρες ποιητικές πινελιές η αριστοτεχνική γραφίδα του μεγάλου Ρώσου δραματουργού, πέτυχε σε μεγάλο βαθμό να αποδώσει η Χάννα σε μια δόκιμη ερμηνεία λεπταίσθητων ψυχικών κραδασμών και εύληπτων φωνητικών εναλλαγών, που παρέπεμπαν στις περασμένες και τις μετέπειτα φάσεις της ζωής τής Τσεχωφικής ηρωίδας.

Το τρίτο μονόπρακτο

Όσο για το τρίτο μονόπρακτο, «Η αρκούδα» σε μετάφραση, επίσης, του Μπελιέ, τους ρόλους του Λούκα και του Ιβάν Στεπάνοβιτς υποδύθηκαν με αρκετή άνεση και έκδηλες δυνατότητες κατάκτησης υψηλότερων υποκριτικών επιπέδων οι νεαροί Δήμας Δημοσθένους και Γιώργος Χατζηκυριάκος. Η, επίσης, νεαρούλα Ελεωνόρα Σερένα στον απαιτητικό ρόλο της Πόποβα μάς κατέπληξε, παρά τη βραχύχρονη και περιστασιακή παρουσία της στο σανίδι. Πραγματικά μας μετέφερε στο κλίμα της έξυπνης ελαφροκωμωδίας του βωντβίλ με την υποκριτική της υποκρισίας και του συγκεκαλυμμένου αστικού καθωσπρεπισμού, των ψυχολογικών μεταπτώσεων και των ψευδοδιλημμάτων της αιώνιας γυναικείας φιλαρέσκειας μέσα από το καλοστημένο παιγνίδι αντιπαράθεσης των δύο φύλων. Είμαι σίγουρη ότι όταν της ξαναδοθεί η ευκαιρία στο απώτερο μέλλον να ζωντανέψει εκ νέου τον ρόλο στην ηλικιακή και επαγγελματική της ωριμότητα, θα διαπιστώσει και η ίδια ότι είχε κάμει μιαν αποφασιστική εφόρμηση.

Έπαινος αξίζει σε όλους

Σε όλους τους συντελεστές της παράστασης αξίζει ο έπαινος της δικαίωσης και της ενθάρρυνσης, καθώς και η απονομή των ευσήμων στον σκηνοθέτη Άγι Παΐκο όχι μόνο για τη σκηνοθετική επιτυχία που εισέπραξε, αλλά και για έναν σημαντικότερο λόγο: μας ξανάφερε επί σκηνής κάποια από τα εκλεκτά δείγματα της θεατρικής μεγαλοφυΐας τού Τσέχωφ, προσφέροντάς μας αισθητική απόλαυση και αληθινή θεατρική παιδεία. Τον ευχαριστούμε και του ευχόμαστε ακόμα μεγαλύτερες επιτυχίες στις νέες του παραστάσεις, που ανεβάζει αυτήν την περίοδο, με μια συρραφή μονολόγων από έργα των Ευριπίδη, Μπρεχτ, Λόρκα, Στρίντμπεργκ και Φαλλάτσι υπό τον τίτλο «Στην άλλη όχθη», καθώς και με το έργο «Ο εραστής», του Χάρολντ Πίντερ.